"Ο ΠΥΡΡΟΣ"

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

Archive for the ‘ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ’ Category

Λαογραφία Ηπείρου

Έθιμα Οκτώβρη στην Ήπειρο, μια φορά και έναν καιρό

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Οκτώβριος 23, 2012

Δεύτερος μήνας του φθινοπώρου ο Οκτώβρης που ο λαό μας αποκαλεί και Αϊ-δημητριάτη, από τη μεγάλη θρησκευτική γιορτή. Τον αποκαλούν και βροχάρη, από τις βροχές και σπορτιάτη, αφού το όργωμα και η σπορά είναι οι σημαντικότερες φροντίδες αυτόν το μήνα.

Μέσα στον Οκτώβρη άρχιζε και η παραγωγή τσίπουρου από όψιμες ποκιλίες σταφυλιών, ενώ ο μούστος έβραζε ήδη για να δώσει το καινούριο κρασί. Πολλές γιορτές ο Οκτώβρης δεν έχει, αλλά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου τη γιόρταζαν με ιδιαίτερη χαρά και πλούσια γλέντια. Άλλωστε οι δουλειές στα χωράφια δεν άφηναν πολύ χρόνο, αφού μέχρι τη γιορτή αυτή οι γεωργοί έπρεπε να έχουν τελειώσει τη σπορά, αν ήθελαν να έχουν καλή σοδειά. Όσο για τους τσοπάνηδες, μετά τα αη-δημητριάτικα γλέντια άρχιζε η χειμερινή περίοδος και είχαν πολλές προετοιμασίες ενόψει του χειμώνα.

Αυτές τις ημέρες ξεκινούσε το κατέβασμα των τσελιγκάδων από τα ορεινά προς τα χειμαδιά. Ακόμη και οι υφάντρες μάζευαν τα διασίδια για να αρχίσουν σιγά -σιγά να υφαίνουν τα υφαντά.

Την μέρα της γιορτής του Ευαγγελιστή Λουκά, οι Μετσοβίτισσες πηγαίνουν στην εκκλησία στάρι για τους νεκρούς. Πρόκειται για ένα παλιό έθιμο που είχαν καθιερώσει οι κτηνοτροφικές οικογένειες που, όταν τέτοιες μέρες έφευγαν για τα χειμαδιά, ήθελαν να τιμήσουν τους νεκρούς τους.

Ο Οκτώβρης θεωρείται η αρχή του κύκλου της παραγωγής, αφού ήταν η εποχή της σποράς μιας σειράς από σημαντικές καλλιέργειες όπως στάρι, φακές, ρόβη, ρεβίθια κ.α Το πανηγύρι του τρύγου θα κρατούσε μέχρι και τέλος Νοέμβρη, οι μέρες είχαν μικρύνει και τα καφενεία γέμιζαν από νωρίς. Ένα από τα θέματα συζήτησης εκείνες τις ημέρες ήταν το κυνήγι, που είχε ξεκινήσει από τον προηγούμενο μήνα.

Στο Μέτσοβο, στο τέλος του μήνα, οι κάτοικοι τιμούσαν κάποιους άλλους ήρωες, γιορτάζοντας την απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους στις 31 Οκτωβρίου 1912.

πηγή: βιβλιογραφία Σαραντοπούλου Νάντια και Γιάννης, εκδόσεις Σαββάλας

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Βαρβαρίτσα ή Περπερούνα-Έθιμο Ηπείρου

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιουνίου 23, 2012

αγράμπελη

Η βαρβαρίτσα

Όταν έπεφτε μεγάλη ξηρασία στους καλοκαιρινούς μήνες και κινδύνευαν τα σπαρτά να ξεραθούν οι κάτοικοι του χωριού κατάφευγαν στη λιτανεία, στις προσευχές και τα τάματα προς το Θεό και τους αγίους του. Την καλοκαιρινή αυτή Λιτανεία την ονόμαζαν Βαρβαρίτσα  και σε άλλα μέρη της Ηπείρου περπερούνα.

Μερικοί άντρες νέοι, διάλεγαν αναμεταξύ τους έναν που να αντέχει στο κρύο νερό του έβγαζαν τα ρούχα και τον περιτύλιγαν με χελιδρονιές(αγράμπελη) για να μη φαίνεται η γύμνια του, ούτε να αναγνωρίζεται ποιος είναι από τους άλλους. Πλαισιωμένος από τους άλλους ο ντυμένος στα πράσινα περπατούσε στις αυλές των σπιτιών και τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας όλοι μαζί τα λόγια:

Βαρβαρίτσα περπατεί/το Θεό παρακαλεί/για να ρίξει μια βροχή/μια βροχούλα σιγανή/για να γίνουν οι καρποί/να καρπίσουν τα χωράφια/και ν΄ανθίσουν τ΄αμπελάκια/τα σπαρτά μας να γιομίσουν/και τον κόσμο να πλουτίσουν.

Βρέξε, Θεέ μου, στη Λακκιά/για να γίνουν τα κουκιά/για να φάνε τα παιδιά/να γεμίσουν την κοιλιά/ /βρέξε, Θεέ μου στις Πλασιές/για να γίνουν οι φακές να τις τρων οι κοπελιές να γεμίζουν οι κοιλιές…

Τα στιχάκια αυτά τα προσάρμοζαν ανάλογα με τις επιθυμίες του νοικοκύρη του σπιτιού στο οποίο βρίσκονταν και τραγουδούσε η Βαρβαρίτσα για να τον ικανοποιήσουν περισσότερο. Μόλις η Βαρβαρίτσα έφτανε στην αυλή του σπιτιού, η νοικοκυρά έβγαινε με μια κανάτα γεμάτη νερό και καθώς τραγουδούσαν οι συνοδοί της Βαρβαρίτσας εκείνη περιέχυνε λίγο λίγο νερό στο κεφάλι της βαρβαρίτσας, ώσπου την άδειαζε ολόκληρη. Ύστερε έδινε κι ΄ενα φιλοδώρημα στην παρέα για τα ευχαριστήρια επειδή ζήτησε από το Θεό να βρέξει και γι΄αυτή. Το φιλοδώρημα ήταν αυγά, ή καρύδια, ή μύγδαλα, ή ότι άλλο είχε. Σταυροκοπιόταν κι εκείνη ενώνοντας έτσι την προσευχή της με εκείνη της Βαρβαρίτσας και τέλειωνε. Το ίδιο γινόταν και σε όλα τα σπίτια του χωριού.

Η Βαρβαρίτσα είναι αρχαιοελληνικό έθιμο, που διατηρήθηκε στα χρόνια μας διασχίζοντας δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Αναφέρεται από το Σοφοκλή με τη λέξη πιπεριά και γινόταν τον Απρίλη στις μεγάλες ανομβρίες. Το αναφέρει κι ο Ηρόδοτος με το όνομα περφερέες ή περεφερέες .

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Tα ρασάλια, έθιμο της πεντηκοστής στην Ήπειρο

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιουνίου 3, 2012

τριαντάφυλλο της πεντηκοστής

Του αρασαλιού ή «τα ρασάλια»

Τ΄αρασαλιού ή τα ρασάλια είναι μια δοξασία που έχει τις ρίζες της στη Ρωμαϊκή εποχή. Σύμφωνα με τη δοξασία αυτή, που την πίστευαν  περισσότερο οι γυναίκες, οι ψυχές των νεκρών έβγαιναν από τον κάτω κόσμο πάνω στη γη και κυκλοφορούσαν από τη Μεγάλη Πέμπτη ως το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή. Έβγαιναν έξω κι αλήτευαν, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι γυναίκες, τριγυρνούν στα μέρη που πέρασαν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής και θυμούνται όλα όσα πέρασαν καλά και κακά. Το Σάββατο πριν από την Πεντηκοστή, ξαναεπιστρέφουν στον κάτω κόσμο ευχαριστημένες για το ταξίδι τους αυτό στο παρελθόν κι ικανοποιημένες γιατί μπόρεσαν να ξαναϊδούνε τα επίγεια πράγματα. Το Σάββατο αυτό όλες ανεξαίρετα οι νοικοκυρές του χωριού  έβραζαν σιτάρι και ζύμωναν με ιδιαίτερη ευλάβεια την λειτουργιά(πρόσφορο) για να τα πάνε στην εκκλησία. Μέσα στο πιάτο που βάζουν το σιτάρι και τη λειτουργιά έγραφαν κι ένα σημείωμα με τα ονόματα όλων των νεκρών της οικογένειας για να τα μνημονεύσει ο παπάς, να ευχηθεί για την αιώνια ανάπαυσή τους. Ειδικά στο μνημόσυνο αυτό, ο παπάς με τις ευχές του και τα τρισάγιά του, καλόπιανε τις ψυχές των νεκρών και τις παρακαλούσε να ξαναγυρίσουν στον τάφο. Γιατί, λέει, μπορεί καμιά απ΄αυτές να παρασυρθεί από τις γλύκες της επίγειας ζωής, να ζηλέψει και να μη θέλει να ξαναγυρίσει στον κάτω κόσμο, οπότε είναι καταδικασμένη να τριγυρνάει εδώ κι εκεί όλο το χρόνο.

«Μεγάλη Πέμπτη να ΄ρχεται/πέντε φορές το χρόνο/κι αυτό το έρμο τΆρσαλιού/καμιά φορά το χρόνο…»

Μαζί με τν επίκλησή τους οι χωρικοί για επιστροφή των ψυχών στον κάτω κόσμο, περίμεναν τα΄Αρσαλιού και σα γιορτή του στομαχιού τους.  Θα έτρωγαν το νόστιμο και θρεπτικό σιτάρι, που τόσο το ποθούσαν γιατί ήταν δυσέβρετο στα χρόνια της φτώχιας.

φωτο:σελίδα  fb,epirushotels.gr

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

O Μάης στην Ήπειρο- Έθιμα και παραδόσεις

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Απρίλιος 27, 2012

Πρωτομαγιά στη Βήσσανη

Σύμβολο της άνοιξης, μήνας των λουλουδιών και της φύσης, αλλά και μήνας φορτισμένος με μαγική επήρεια. Πρώτη φροντίδα του λαού για την Πρωτομαγιά το φτιάξιμο του μαγιάτικου στεφανιού. Δεμένο με κόκκινη κορδέλα και κρεμασμένο στην πόρτα ή το παράθυρο, για να ακουμπάει το σπίτι και να του δίνει δύναμη.

Για τους βοσκούς, ο δρόμος του γυρισμού στα κορφοβούνια ήταν ελεύθερος. Μάϊο και αρχές Ιουνίου μεταφέρονταν τα κοπάδια στα ορεινά βοσκοτόπια. Οι γεωργοί προτιμούσαν να μη βρέχει το Μάϊο. Για τους αμπελουργούς η ξηρασία ήταν πολύτιμη αλλά και για τα σπαρτά η βροχή ήταν επικίνδυνη, γιατί αυτή την εποχή είχαν μεγαλώσει κα  το νερό μπορούσε να τα σαπίσει. Οι βλάχες των ορεινών χωριών της Ηπείρου έλεγαν ότι τη μέρα αυτή τα μαγικά πιάνουν, εκτός από αυτούς που κρατούσαν πάνω τους φυλαχτό από κεφάλι οχιάς που μάλιστα την είχαν σκοτώσει κάποια άλλη Πρωτομαγιά. Οι τσοπάνηδες πίστευαν ότι τη μέρα αυτή, αν κάποιες κακές γυναίκες βρεθούν μπροστά στο κοπάδι την ώρα που βόσκει, τότε απορροφούν όλη την πρωινή δροσιά του χορταριού και την προκοπή του κοπαδιού. Οι πρωινές ευχές τόσο για τα ζώα όσα και για τις καλλιέργειες, εκείνη τη μέρα, παίρνουν και δίνουν. Σε πρώτη μοίρα και τα βότανα, τα σκόρδα, ο απήγανος, το φιδόχορτο και άλλα για το καλό και για το κακό .Οι Γεωργοί δεν θεωρούν το Μάη τυχερό μήνα. Πιστεύουν ότι δε φέρνει καλή τύχη στα σπιτικά και γι΄αυτό δεν παντρεύονται αυτόν το μήνα.

 Η ζωή το Μάϊο στα περισσότερα χωρία της Ηπείρου μεταφερόταν στα ορεινά. Βοσκή, άρμεγμα, παρασκευή τυριών και γιαουρτιού, που διακόπτονται από πανηγύρια, με την ευκαιρία θρησκευτικών γιορτών, καθώς και ένα ακόμη γεγονός, αυτό του κουρέματος των γιδοπροβάτων, ήταν αυτά που γέμιζαν τη ζωή των τσοπάνηδων την άνοιξη και το καλοκαίρι στις θερινές τους κατοικίες, στα κονάκια και στις στρούγκες.

κουρά προβάτων

Πριν  μπει ο Θεριστής και αρχίσουν οι μεγάλες ζέστες οι τσοπάνηδες έπρεπε να ελαφρώσουν τα ζωντανά από το μαλλί τους. Συνήθως το δεύτερο δεκαπενθήμερο γινόταν το κούρεμα των προβάτων στις στάνες των τσελιγκάδων, γεγονός που γιορταζόταν ιδιαίτερα.

Μετά το κούρεμα η οικογένεια μετέφερε τα μαλλιά στο σπίτι και τις επόμενες μέρες τα έπλεναν στο ποτάμι η τη νεροτριβή.

Έβαζαν τα μαλλιά σε μεγάλα καζάνια με βραστό νερό και μετά τα στέγνωναν για να αρχίσει η επεξεργασία.Η διαδικασία του κουρέματος αναστάτωνε όλα τα κονάκια και έπαιρνε πανηγυρικό  χαρακτήρα.

καθάρισμα και σάκιασμα μαλλιών στη Βήσσανη

Τα λυχνάρια στα τσοπανόσπιτα  έφεγγαν όλη νύχτα και τα τραγούδια, τα γέλια και οι ιστορίες γέμιζαν τις καλοκαιρινές νύχτες στα βουνά. Οι βλαχοπούλες και τα βλαχόπουλα σάκιαζαν τα μαλλιά, από τα οποία άλλα προορίζονταν  για πούλημα και άλλα για τα προικιά, αφού με αυτά θα έφτιαχναν τα πολύχρωμα και πολυκέντητα υφαντά.


 Το έθιμο του Ζαφείρη.

Ο Ζαφείρης ήταν το πιο αγαπημένο έθιμο στο Ζαγόρι. Τον παίζανε κορίτσια και αγόρια κάθε τρεις μέρες όλο το μήνα Μάη με τα πολλά λουλούδια ή όλες τις Κυριακές. Ένα κορίτσι παρίστανε το Ζαφείρη, αργότερη τη θέση του κοριτσιού πήρε ένας κούκλος που τον ντύναν και τον στολίζανε μα πανιά τα οποία τα σταύρωναν σαν των νεκρών όπως επίσης με χλόη και φύλλα. Τον κούκλο αυτόν τον παράχωναν και τον μοιρολογούσαν και έπειτα τον ανάσταιναν με τραγούδια. Γέλια και τραγούδια διαδέχονταν τους θρήνους, ο Ζαφείρης κυνηγούσε με το ραβδί του τις κοπέλες. Έπαιζαν στα λιβάδια την ανάσταση του Ζαφείρη τραγουδώντας :

«Για ειδέστε νιο που ξάπλωσα, για ειδέστε κυπαρίσσι!
Δε σειέται, δε λυΐζεται, δε σέρν’ τη λεβεντιά του.
Ποιος σο’ ‘κοψε τις ρίζες σου και στέγνωσ’ η κορφή σου;
Τι μο’ ‘καμες, λεβέντη μου, τι μο’ καμες, ψυχή μου!
Τώρα να ‘ρθει η άνοιξη να ‘ρθει το καλοκαίρι,
παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαδιά κ’ οι κάμποι λουλουδίζουν,
έρθαν πουλιά της άνοιξης, έρθαν τα χελιδόνια,
για κ’ η μεγάλη Πασχαλιά με το Χριστός Ανέστη,
που ντυούνται νιοι στα κόκκινα, γερόντοι στα μουρέλια,
κ’ εσύ, μωρέ λεβέντη μου, μέσα στη γη τη μαύρη,
πού να σειστής, να λυϊστής, να σύρς τη λεβεντιά σου;
Ξεσφάλισε τα μάτια σου!»

Έπειτα όλα τα παιδιά μαζί φωνάζουν: Σήκου, Ζαφείρη, σήκου! και ο Ζαφείρης, ανασταίνεται, ξεπετιέται απότομα από το στολισμένο νεκροκρέβατο του και κυνηγά με φωνές και γέλια τα υπόλοιπα παιδιά, που τρέχουν με όλη τους τη δύναμη μακριά. Όποιον πιάσει ο Ζαφείρης με τη σειρά του θα γίνει ο νεκρός Ζαφείρης, είτε αμέσως, είτε την επόμενη χρονιά, ανάλογα με την όρεξη για παιχνίδι.

πηγή :Ήπειρος , πέτρινος μόχθος, πικρή ξενιτιά του Δημ.Ελ.Ράπτη/Εδεσματολόγειον Νάντια και Γιάννη Σαραντόπουλου/φωτο:astrosyllektiw.blogspot.com/ αρχείο οικ.Πέτρου Βέτσα

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , | 1 Comment »

ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ – ΛΑΪΚΕΣ ΜΑΝΤΕΙΕΣ, ΗΠΕΙΡΟΣ

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαρτίου 1, 2012

Το φεγγάρι του Μαρτιού

Όσοι είναι ελεύθεροι, μόλις αντικρίσουν για πρώτη φορά το φεγγάρι του Μαρτίου, ρίχνουν πίσω τους κάτι δικό τους και λένε: «Φεγγαράκι μου μαρτίσιο, δείξε μου με ποιόν θα ζήσω». Τη νύχτα στον ύπνο τους θα παρουσιαστεί ο μελλοντικός του σύντροφος.

Το μαρτίτσι ή μαρτιάτικο ή Μάρτης

μαρτίτσι


Ένα άλλο έθιμο που υπήρχε γι’ αυτές τις ημέρες (κάποιοι το τηρούν και σήμερα) ήταν το μαρτίτσι ή Μάρτης. Παλαιότερα μικροί και μεγάλοι το φορούσαν την παραμονή της 1ης Μαρτίου για να μην τους “πιάσει” ο Μάρτης και τους μαυρίσει!
Το μαρτίτσι γίνεται με δύο ή τρία, συνήθως μάλλινα νήματα σαν πλεξούδα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Το φορούν στον καρπό ενός χεριού (συνήθως του αριστερού) σαν κομποσκοίνι και το κρατούν μέχρι το Πάσχα. Κατά το έθιμο το μαρτίτσι το καίνε με τη λαμπάδα, τη νύχτα της Αναστάσεως στην εκκλησία. Ενώ σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους!

Αγόρι ή Κορίτσι

Για να μάθουν το φύλο του κυοφορούμενου εμβρύου έπαιρναν το διχαλωτό κοκαλάκι της κότας, το έστηνα όρθιο κοντά στο τζάκι και σε τόση απόσταση, ώστε να μην καεί γρήγορα και με ένα ξύλο μετρούσαν το άνοιγμα. Το ίδιο έκαναν και με το νεφρό του κατσικιού ή του αρνιού, καθώς αυτό ψηνόταν στη φωτιά. Αν άνοιγε, κορίτσι, και αν, καθώς ψηνόταν, έκλεινε αγόρι.

Δρίμες

Παρατηρούσαν τον καιρό ορισμένες ημέρες του έτους και προμάντευαν παρόμοια καιρική κατάσταση του επόμενου έτους. Υπολόγιζαν τις πρώτες έξι μέρες του μηνός Αυγούστου,π.χ. το πρωί της 1ης του μηνός αυτού για τον προσεχή Αύγουστο, το απόγευμα για το Σεπτέμβριο του επομένου έτους κ.ο.κ κατά τις επόμενες μέρες για όλους τους μήνες. Αυτές οι μέρες ήταν γνωστές και ως μερομήνια.

Τις θεωρούσαν επίσης και κακές ώρες των μηνών Μάρτη και Αυγούστου, οι οποίες προξενούν μεγάλες ζημιές. Σε εννέα μέρες των μηνών αυτών, τρεις στην αρχή, τρεις στη μέση και τρεις στο τέλος, υπάρχει μια κακιά ώρα. Τον Μάρτη αν κόψεις ξύλα, θα σαπίζουν και τον Αύγουστο, αν πλύνεις ρούχα, θα αχρηστευθούν.

Προλήψεις

Αν

• Ξεφορτώνονται (τινάζουν τα φτερά τους) οι κότες στην αυλή, θα έχεις μουσαφίρη.

• Κρέμεται αράχνη από κάπου στο σπίτι, θα έρθει επισκέπτης.

• Σε τρώει το αριστερό χέρι, θα πάρεις χρήματα. Αν είναι το δεξί, θα χαιρετήσεις.

• Χυθεί καφές στο φλιτζάνι, χρήματα. Αν χυθεί στο τραπέζι, γούρι.

Το κακό μάτι

Μέσα σ΄ένα ποτήρι με νερό σβήνουν μερικά κάρβουνα, αφού πρώτα τα είχαν ονοματίσει το καθένα με τα ονόματα εκείνων που πίστευαν ότι ματιάστηκαν τελευταία. Αν το κάρβουνο επέπλεε, τότε και το αντίστοιχο πρόσωπο δεν είχε σχέση με το μάτιασμα, ενώ αν βούλιαζε, είχε κακό μάτι. Έβγαζαν από το ποτήρι τα κάρβουνα και έδιναν στον ματιασμένο να πιει τρεις φορές από το νερό αυτό, λέγοντας ταυτόχρονα και μερικά λόγια. Έτσι έφευγε από πάνω του το κακό μάτι.

πηγή: «Πέτρινος μόχθος, πικρή ξενιτιά, Ήπειρος» του Δημήτρη Ράπτη, εκδόσεις Μεταίχμιο

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , | Leave a Comment »

Απόκριες στην Ήπειρο

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Φεβρουαρίου 19, 2012

Απόκριες στη Βήσσανη Ιωαννίνων

 Σπάνιο φωτογραφικό υλικό της περιοχής Βήσσανης Ιωαννίνων εδόθη για δημοσίευση από την οικογένεια του Π. Βέτσα στο σύλλογο Ηπειρωτών Αγ.Αναργύρων ‘Ο ΠΥΡΡΟΣ’.

Η φωτογραφία αυτή είναι του 1905 περιλαμβάνεται και στο λεύκωμα Βήσσανης Ιωαννίνων όπου άνδρες έχουν μεταμφιεστεί γυναίκες φορώντας τις παραδοσιακές στολές της Βήσσανης .

 Φωτογραφία μασκαράδων στη Βήσσανη το 1955   

Απόκριες. Μασκαράδες στη Βήσσανη


Posted in φωτογραφίες του χθες, ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , | 2 Σχόλια »

Έθιμα Αποκριών στην Ήπειρο

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Φεβρουαρίου 8, 2012

Μασκαράδες

  Οι Aποκριές είναι η περίοδος που αρχίζει με το άνοιγμα του Τριώδιου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου και στην Ήπειρο γιορτάζονταν πάντα με πολύ κέφι. Όταν παλαιότερα τα χωριά της Ηπείρου πλημμύριζαν από νεολαία και ήταν όλο ζωή στήνονταν γλέντια σχεδόν σε κάθε σπίτι. Οι παρέες κατασκεύαζαν αυτοσχέδιες μάσκες και αποκριάτικες φορεσιές και γύρναγαν όλο το χωριό. Το μασκαρεμένο ντύσιμο τους αποτελούνταν από μάσκες (προσωπίδες), ρούχα γερόντων, σιγκούνια, βράκες, ρόκες, κουδούνια, άμφια, τουφέκια, τσαρούχια, προβιές, κέρατα, και τόσα άλλα που προξενούσαν το γέλιο, ήταν παλιές φορεσιές, σωστά κουρέλια που ήταν για πέταμα, κρεμούσαν σκορδαμάθες και κρομμυδαρμάθες,κέρατα τράγι, κριαρίσια ή βοδινά που κοσμούσαν τα μέτωπα τους, ουρές αλογίσιες ή βοδινές που τις κρεμούσαν πίσω τους. Άλλοι ντύνονταν με ολόκληρα τομάρια , κρεμούσαν κουδούνια και κύπρους διπλούς και τριπλούς περπατούσαν ως και με τα τέσσερα σαν τα ζωντανά, χτυπούσαν ντενεκέδες ή άλλα παλιοσίδερα και χαλούσαν τον κόσμο. Γανώνανε τα πρόσωπά τους με μουντζούρα της τέντζερης ή του τηγανιού και έκρυβαν και λίγη μουντζούρα σε ΄να τενεκέ, το είχανε μαζί τους και στα αμασκάρευτα πρόσωπα που συναντούσανε μπροστά τους τα γανώνανε και τους φτιάχνανε τα πιο παράξενα μουστάκια. Στις γειτονιές και στα σπίτια τραγουδούσαν, στα σπίτια που πηγαίνανε οι ιδιοκτήτες προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τους μασκαράδες, μετά τους κέρναγαν γλυκά, ποτά ή λίγα χρήματα για το καλό της Αποκριάς. Ένα από τα παιχνίδια της Αποκριάς που συναντούσε παλαιότερα κάποιος στην Ήπειρο και σε μερικά μέρη γίνεται αναπαράσταση ακόμη και σήμερα ήταν ο «Βαλμάς». Έθιμο κατά το οποίο δέκα – δεκαπέντε άτομα έκαναν κύκλο γύρω από μία φωτιά και προσπαθούσαν να ρίξουν κάποιο χορευτή μέσα.

Βαλμά, Βαλμά!

-Ορίστε αφέντη Παλαμά.

-Που τα ‘χεις τ’ άλογα?

-Στη βοσκή.

-Που?

-Στο Καστρί..

-Και εσύ τι κάνεις εδώ? (ακολουθεί κυνηγητό γιατί ο Βαλμάς άφησε μόνα τ’ άλογα)

Άλλο παιχνίδι  των Αποκριών ήταν το »χάσκο». 
Τις Αποκριές στην Ήπειρο συνήθιζαν να παίζουν ένα παιχνίδι που το ονόμαζαν  χάσκο. Στην άκρη ενός ξύλου στερέωναν μια κλωστή. Έβραζαν αυγά, τα ξεφλούδιζαν , τα έδεναν στην κλωστή και τα βουτούσαν σ’  ένα δοχείο με γιαούρτι.  Κουνώντας το ξύλο, ο παίχτης προσπαθούσε έχοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του να πιάσει το αυγό με το στόμα. Και καθώς το αυγό  ήταν καλυμμένο με γιαούρτι, γέμιζε και το πρόσωπο του παίκτη προκαλώντας  το γέλιο στους  υπόλοιπους.
Στο Πωγώγι το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής γύρω από το οικογενειακό τραπέζι. Το αυγό της Τυρινής ήταν το τελευταίο αρτύσιμο φαγητό  για  τη μέρα αυτή και  το  πρώτο που θα έτρωγαν  σαράντα  ημέρες  μετά , στην  Ανάσταση.
Στα  περισσότερα χωριά της Ηπείρου, την Κυριακή της Κρεατινής και της Τυρινής μικροί και μεγάλοι ντύνονταν μασκαράδες.

Το Σάββατο της τελευταίας Αποκριάς συναγωνισμός γινόταν  ανάμεσα  στις νοικοκυράδες, ποια θα φτιάξει πολλά και καλά τυρομπούρεκα.
Στο Ζαγόρι, η Κυριακή  της Τυρινής χαρακτηριζόταν από τα «τραπέζια της αγάπης». Το τραπέζι, που συνδυαζόταν με μεγάλο γλέντι, είχε πλούσια εδέσματα με συμβολική σημασία.  Συμβολικό έδεσμα ήταν οι διάφορες πίτες της γάστρας (τα πλακούντια των αρχαίων), τα τραπέζια ήταν γεμάτα με πίτες, τυρί, αυγά, γάλα και βούτυρο.
Μια γιορτή που έδινε μεγάλη ευθυμία, ήταν την εβδομάδα των Αποκριών , ήταν οι « Φωτιές», όλες τις βραδιές  της  εβδομάδος αυτής και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα.  Εκτός από τα κοινά  γλέντια στα διάφορα σπίτια, γινόντουσαν οι  Φωτιές» ή τζιαμάλες όπου οι συγκεντρωμένοι έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν, παρ΄ όλο το χειμωνιάτικο κρύο. Νέοι, κορίτσια και αγόρια ελαφρά μασκαρεμένα, μαζεύονταν και χόρευαν, ενώ οι ηλικιωμένοι γύρω από μια μεγάλη φωτιά, συμμετείχαν συζητώντας, παρακολουθώντας τους νιούς ή καμαρώνοντας τους δικούς τους.  Σύμφωνα με  το εύθυμο αποκριάτικο πνεύμα τραγουδούσαν και χόρευαν και χορούς με σατυρικούς στίχους εκτός από τους άλλους.

Όπως: «Στης ακρίβειας τον καιρό  επαντρεύτηκα κι εγώ. Ώχ και πήρα μια γυναίκα πώτρωγε για πέντε δέκα,και την πρώτη τη βραδιά έφαγε πέντε-έξι αυγά, και τη δεύτερη βραδιά προβατίνα με έξι αρνιά, και το τρίτο της το βράδυ, έφαγε ένα γελάδι.»

«Όταν ήμουνα μπεκιάρης έτρωγα κριγιά κι διάρες.Φόντας επαντρεύτηκα όλα τα στειρεύτηκα. Έκανα ένα παιδί κι έτρωγα χλωρό τυρί. Όταν έκανα δυο τρία έτρωγα μπομπότα κρύα κι όταν έκανα πεντέξι ζάρκα ήταν όλα μπλέτσι, κι όταν έκανα δεκάρι ζάρκος βγήκα στο παζάρι.»

Επίσης «Πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι. Με τον κ…μωρέ με τον κ… ..κ.λ.π»

«Μια καλή νοικοκυρά τάντρός της βράζει τραχανά, του φίλου της τυρί κι αυγά. Τάντρός της στρώνει στρώματα πέντε γομαροτόμαρα του βάνει και προσκέφαλο ενα γομαροκέφαλο. Του φίλου στρώνει στρώματα πέντε βαμπακοστρώματα του βάνει και προσκέφαλο ενα βαμπακοκέφαλο. κ.τ.λ»

«Πως  χορεύουν  τα παιδιά ρίχνουνται σαν τα τραγιά. Πως  χορεύους οι γριές ρίχνουνται σαν κοπριές..»

Άλλος μιμητικός χορός των Αποκριών ήταν και ο γανωτζής ή καλαντζής. Ένας από τους χορευτές παρίστανε τον καλατζή και  προσποιόταν πως γανώνει ταψιά και κατσαρόλες.

Οι φωτιές αυτές  κρατούσαν πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα και βασικό ρόλο έπαιζαν τα παιδιά του μαχαλά.  Αυτά συγκέντρωναν τα  απαιτούμενα άφθονα  ξύλα από  τα διάφορα  σπίτια  της  γειτονιάς  με  την συγκατάθεση  των  νοικοκυραίων ή και  χωρίς  αυτή πολλές  φορές  κρυφά , και αυτά φρόντιζαν  να ξεχιονιστεί  ο  τόπος.  Όταν θέλαν  να διώξουν  τους  ξενομαχαλιώτες  μπροστά από την  φωτιά  γιατί  τους έπιαναν  την  στια σε σημείο που να μη μπορούν να κάτσουν  οι  «δικοί » έριχναν  χούφτες από  αλάτι στη φωτιά, σκάζοντας  το  αλάτι  ανάγκαζε  τους  παρακαθήμενους  να  τραβιούνται  λίγο  παρά  όξω από τη φωτιά.

Υπήρχε επίσης και η συνήθεια τις βραδινές ώρες της τελευταίας αποκριάτικης Κυριακής μετά το τέλος του χορού στο χοροστάσι, γίνονταν ειδικές επισκέψεις μεταξύ στενών συγγενών, ανάμεσα σ΄αυτούς και των αναδόχων(νούνοι). ‘Ετσι οι μικρότεροι στην ηλικία επισκέπτοντο τους μεγαλύτερους που τους παρέθεταν ελαφρό και εκλεκτό δείπνο, φεύγοντας τους φιλούσαν το χέρι λέγοντας «Καλή Σαρακοστή».

Στην Άρτα την τσικνοπέμπτη οι μανάδες τσίκνιζαν τα τσουκάλια και μουντζουρώνονταν για το καλό του χρόνου. Οι λεγόμενες «μπούλες», οι μεταμφιεσμένες παρέες, έμπαιναν στις ταβέρνες και στα καφενεία δημιουργώντας θόρυβο και πειράζοντας τους άλλους θαμώνες.
«Αν είσαι κι αν δεν είσαι του δήμαρχου παιδί, εγώ θα σε γανώσω κι ας πάω φυλακή». Μια άλλη επινόηση ήταν η Γκαμήλα, ένα σκελετωμένο κεφάλι αλόγου δεμένο σ’ έναν πάσσαλο, μια τάβλα, που τη στήριζαν σε μια κουβέρτα και για να μη φαίνεται η άκρη του ξύλου, τη στόλιζαν με αλογίσια ουρά. Ο Γκαμηλιέρης φορούσε μια προβιά στο κεφάλι και έφερνε βόλτα τις γειτονιές. Την ίδια μέρα έβγαινε και η αρκούδα, που ήταν κάποιος που είχε μεταμφιεστεί. Ο αρκουδιάρης χτυπούσε το ντέφι και η αρκούδα έκανε πως θέλει να τον φάει.

Συρράκο

Το Σάββατο της Αποκριάς και το Σάββατο της Τυρινής έβγαινε το αρτινό γαϊτανάκι και έρχονταν και τα άλλα γαϊτανάκια από τα γύρω χωριά, με τα βιολιά. Οι άντρες ήταν ντυμένοι με φουστανέλα και φέσι. Τα μισά παιδιά ήταν ντυμένα με φουστανέλες και τα έλεγαν γενίτσαρους και τα υπόλοιπα με γυναικεία φορέματα και τα έλεγαν νύφες. Το γαϊτανάκι ήταν ένα ξύλο που στην κορυφή του είχε χρωματιστές κορδέλες. Σαν βράδιαζε, το γαϊτανάκι έμπαινε στην μπάντα σε κάποια γωνιά του καφενείου κι εκεί οι κάτοικοι γλεντούσαν μέχρι το πρωί. Έβλεπες στα πρόσωπα των Αρτινών το γέλιο και τη χαρά. Οι Απόκριες είχαν γλέντι και τραγούδι. Απ’ όποιο σπίτι και να περνούσες τα βράδια, θα αισθανόσουν το ξεφάντωμα εκείνων των ημερών.

Η νηστεία της Μ.Σαρακοστής ήταν ολοκληρωτική και για να είναι πλήρης έπρεπε να «ξαρτυθούν» με ιδιαίτερη φροντίδα όλα τα μαγειρικά σκεύη από τυχόν υπολείμματα κρέατος, τυριού κ.λ.π. Γι΄αυτό άλλωστε λέγεται και «Καθαρό Δευτέρα» ή «Καθαρό βδομάδα» από το καθάρισμα δηλ. που επακολουθούσε μετά τις Αποκριές.
Kαθαρά Δευτέρα (αλμυροκουλούρα)
Την Καθαρά Δευτέρα τα κορίτσια ήθελαν να μάθουν ποιον θα παντρευτούν. Έμεναν νηστικά όλη την ημέρα και το απόγευμα έπαιρναν από τρεις Μαρίες, (κατά προτίμηση), από μια κουταλιά αλεύρι, νερό και αλάτι και ζύμωναν μια κουλούρα, την έψηναν, την έτρωγαν και χωρίς να πιουν νερό έπεφταν για ύπνο. Ο άντρας που θα έβλεπαν στον ύπνο τους να τους δίνει νερό να πιουν θα ήταν ο μελλοντικός τους σύζυγος.

Το μαρτίτσι ή μαρτιάτικο ή Μάρτης
Ένα άλλο έθιμο που υπήρχε γι’ αυτές τις ημέρες (κάποιοι το τηρούν και σήμερα) ήταν το μαρτίτσι ή Μάρτης. Παλαιότερα μικροί και μεγάλοι το φορούσαν την παραμονή της 1ης Μαρτίου για να μην τους «πιάσει» ο Μάρτης και τους μαυρίσει!
Το μαρτίτσι γίνεται με δύο ή τρία, συνήθως μάλλινα νήματα σαν πλεξούδα, χρώματος λευκού και κόκκινου. Το φορούν στον καρπό ενός χεριού (συνήθως του αριστερού) σαν κομποσκοίνι και το κρατούν μέχρι το Πάσχα. Κατά το έθιμο το μαρτίτσι το καίνε με τη λαμπάδα, τη νύχτα της Αναστάσεως στην εκκλησία.

Βιβλιογραφία
Ήπειρος Πέτρινος μόχθος, πικρή ξενιτιά, επιμέλεια Δημήτρης Ελ.Ράπτης, εκδόσεις Μεταίχμιο
Εδεσματολόγειον Νάντια και Γιάννη Σαραντόπουλου, εκδόσεις Σαββάλας
Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα του Σπύρου Στούπη, εκδόσεις Δωδώνη Φωτογραφίες: Διαδύκτιο και Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο) Ζαγορίου-Λαογραφία(www.iliochori.blogspot.com)

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 1 Comment »

Συλλογή Ηπειρώτικων Παροιμιών (μέρος ΙΙΙ)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιανουαρίου 24, 2012

Μέτσοβο 1913

Μην κλαις κεφάλ΄τι έπαθες μον κλαίγε τι θα πάθεις (στη ζωή υπάρχουν και χειρότερα).

Η γειά με κάνει και χαίρομαι, η γειά και καμαρώνω.

Η αρρώστεια μπαίνει με το σακί και βγαίνει με το βελόνι.

Κουβέντα κουβεντούλα τρώει ο λύκος τη βιτούλα.

Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.

Από πίτα που δε τρως τι σε μέλλει και αν καεί…

Του κιοτή η μάνα ούτε γελάει ούτε κλαίει.

Γούρμα και άγουρα [αυτοί που μιλούν απερίσκεπτα και δεν διακρίνουν σωστό ή λάθος όπως οι λαίμαργοι που τρώνε τα ώριμα(γούρμα) και άγουρα].

Γινάτωσ΄ο καλόγερος και έκαψε τα γένεια του (απ΄τον θυμό του ζημιώνει κανείς τον ευατόν του). Ταυτόσημο με το ‘Σε πείσμα της γυναίκας του έκοψε την π… του’

Ο χεσιάρης γελούσε με τον κλανιάρη.

Ο καθένας μοσχομυρίζεται την πορδή του.

Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.

Βγήκε η πουμπή στις στράτες να γελάσει τους διαβάτες.

Απ΄όπου πήδηξε η γίδα θα πηδήξει και το κατσίκι.

Κάθε τόπος και ζακόνι κάθε μαχαλάς και τάξη.

Πόσο είναι ο κάβουρας και πόσο το ζουμί τ’.

Όχι νύφη μου καθώς ήξερες αλλά καθώς πήρες.

Μαύρος ο γαμπρός, κουρούνα η νύφη.

Γαμπρός γιός δεν γίνεται και νύφη θυγατέρα.

Ούτε ο γαμπρός γένεται παιδί ούτε η νύφη κοπέλα (δεν μπορούν νάχουν την θέση πραγματικών παιδιών).

Πουθέ είσαι γαμπρέ? Απ΄όπου κι η γυναίκα μου (ότι οι σύζυγοι είναι υποταχτικοί στις γυναίκες τους).

Όλα τα στραβά καρβέλια η νύφη τα κάνει.

Εσένα το λέγω πεθερά για να τ΄ακούσει η νύφη.

Καλή ‘ναι η νύφη μας γκαβή από τό’να μάτι.

Σιμά σ΄αμπέλι φύτευε και σε χωριό κατοίκα.

Ο γέροντας και αν στολίζεται στον ανήφορο φαίνεται.

‘Ηθελα να πέσω μπάρμπα, κατ΄καλά που μ’ άμπωξες.

Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο.

Χτυπάει την πόρτα για ν’ ακούσ’ το παραθύρι.

Φταίει το γομάρι και χτυπούν το σαμάρι.

Όποιος λυπιέται το καρφί, χάν΄το πέταλο.

Του φυλάργυρου το βιό στου χαροκόπ΄τα χέρια.

Δεν τον ήθελαν στο χωριό κι’ αυτός γύρευε του παπά το σπίτι.

Σε ξένο φαί αλάτι μη ρίχνεις.

Καλά νιάτα, κακή διαθήκη. Κακά νιάτα, καλή διαθήκη.

Ούτ΄ο μπαμπάς είχ΄αμπέλι, ούτ΄ο γιός του κλαδευτήρι.

Σπείρε κεχρί και μάζευε, δουλειά να μη σου λείπει.

Σαν πεινώ και δεν νυστάζω όσο θέλεις σκέπασέ με.

Ο δαρμός είναι αγιασμός.

Ανεμομαζώματα διαολοσκορπίσματα.

Ντουφέκι, γυναίκα κι΄άλογο μη δίνεις σε ξένα χέρια.

Όμορφέ μου και καλέ μου τι σκ… θα φάμε βράδυ. Άσκημέ μου και καλέ μου τι θα πρωτοφάμε απόψε?

Δουλεύω σαν σκυλί και τρώγω σαν αφέντης. 

Σαν του γομαριού την αρέντα.

Από βασιλική βρύση νερό μη παίρνεις  ποτέ.

Μη στηριχτείς σε παλιό τοίχο και σε μεγάλον άρχοντα.

Το πρώτο μάτι γελάει (η πρώτη αντίληψη δεν είναι πάντοτε σωστή).

Κάμεις λάβεις κοιλιά μη σε πονέσει (μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις).

Ο φτωχός και το ποτάμι εις τον τόπο του θα πάνε.

Παροιμίες για τους μήνες.

Γενάρη μήνα κλάδευε φεγγάρι μην κοιτάζεις.

Κότα, πίτα τον Γενάρη, κόκκαρας τον αλωνάρη.

Χιόνι το Φλεβάρη βάζεις στάρι στ΄αμπάρι.

Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.

Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο Χειμώνα.

Μάρτης κλαψιάρης, θεριστής χαρούμενος.

Ο Φλεβάρης ως το γιόμα το ψοφάει και ως το βράδυ το βρωμάει.

Έβρεψε η πρωταπριλιά χάθηκ’ η καρποξυλιά.

Χαρά σε εκείνον τον ζευγά που’ χει πολλά σπαρμένα.

Ας ρίξει ο Απρίλης δυο νερά και ο Μάης άλλο ένα.

Από το θέρο ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές.

Απ’ αρχής του θεριστή του δρεπανιού μου η γιορτή.

Μπρος πίσω του Αι-Λιός ο καιρός γυρίζει αλλιώς.

Ο Αι-Λιάς κόβει σταφύλια και η Αγιά Μαρίνα σύκα.

Κάθε πράμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο.

Ο Θεός να φυλάει τα λιόδενδρα από το νερό του Αυγούστου.

Του Σταυρού και αρμένιζε του Σταυρού και δέσε.

Δόξα να ‘χεις τρυγητή μου, είδα εγώ την προκοπή μου.

Οκτώβρη και δεν έσπειρες, λίγη είναι η σοδειά σου.

Του Αϊ-Δημητριού σου μήνυσα και τ΄Αϊ- Φιλίππου εδώ είμαι (τα πρώτα μηνύματα του χειμώνα).

Βιβλιογραφία.
Ήπειρος πέτρινος ,μόχθος πικρή ξενιτιά .Επιμέλεια Δημήτρης Ελ.Ράπτης -Μεταίχμιο.
Πωγωνησιακά-Βησσανιώτικα του Σπύρου Στούπη εκδόσεις Δωδώνη
Βλάχικη ζωή και γλώσσα της Χρυσάνθη Μπούζα  εκδόσεις Ευρωπαική Έκφραση

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Συλλογή Ηπειρώτικων Παροιμιών (μέρος ΙΙ)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιανουαρίου 19, 2012

     Το δεύτερο μέρος του άρθρου με παλιές ηπειρώτικες παροιμίες για να ξυπνήσουν μνήμες.

αρχείο Κώστας Μπαλάφας.

Άπιαστα πουλιά χίλια στον παρά (όνειρα που δύσκολα πραγματοποιούνται).

Αλί στον παντεχούμενιο της γειτονιάς το γιόμα (αλλοίμονο σε κείνον που περιμένει να ζήσει από τον οίκτο των άλλων).

Οι παπάδες οι φαγάδες έχουν τρία στόματα, μ΄π ένα πίνουν, μ΄ένα τρώνε και με τάλλο ρωτούν μήπως πέθανε κανένας.

Αδγειά πώχει το μ… να παίζει τις ομάδες (όταν οι εργασίες δεν επιδέχονται αναβολή).

Την πασκαλιά να ‘χα να ‘τρωγα κι΄ απόπασκα φορούσα (να ‘χουμε να περνάμε καλά τις επίσημες μέρες και οι άλλες ελλείψεις δεν είναι και τόσο απαραίτητες).

Στον πάτο (τέλος) ξυρίζουν τον γαμπρό.

Τέτοιος φίλος τέτοια πίτα (καθένας ανάλογα της αξίας και της κοινωνικής θέσης του).

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτρα τον τρώνε οι κότες.

Μου λείπ΄η σέλα του βρακιού τα δυό τα ποδονάρια (για εκείνους που επιδεικνύονται περισσότερα από ότι αξίζουν).

Το χωριό καίγονταν και η πουτ… λούζονταν.

Ποιός σε ρωτάει για ράμματα και λες πέντε κουβάρια φτάνουν.

Ρήνια (ειρήνη) – μόνοια (ομόνοια) για να σκάσουν τα δαιμόνια.

Κάλια ρίγανη και αγάπη παρά ζάχαρη και γκρίνια.

Ξένη σκοπιά (μπαστουνιά) σε ξένο κώλο.

Ας είναι το τζάκι στραβό ο καπνός να παένει καλά.

Πάρε νύφη από τζάκι και σκυλί από κοπάδι.

Ή το χέρι στην τζέπη (για μαχαίρι με το άγριο) ή το μέλι στη γλώσσα (με τον καλό τρόπο).

Φτώχια στο σπίτι γκρίνια στη φαμίλια.

Νάκαναν όλες οι μύγες μέλι θα ‘τρωγαν και οι γύφτοι με τα χουλιάρια.

‘Εχω ράμματα για την γούνα σου.

Είχαμε κακά τη γριά μας φάσκιωσε και ο γέροντας.

Κουνάρα το φίδ΄το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι (σε πονηρούς και αχάριστους προς τους ευεργέτες).

‘Ενας πατέρας φυλάει δέκα παιδιά, δέκα παιδιά δεν φυλάνε έναν πατέρα.

Απ΄τα χαμένα μαζωμένα (όταν δεν μπορεί να πάρει τα δανεικά πίσω).

Χαρά χωρίς σφαχτό δεν γίνεται.

Που πας στη χαρά με τρία και ρούπι (σ΄αυτούς που ενώ ξέρουν τις υποχρεώσεις παρουσιάζονται ανέτοιμοι στη χαρά).

Χατήρ΄του ενός, χατήρ΄τ΄αλλουνού άφηκα τον άντρα μου χωρίς παιδιά.

Ξένη χολή (στεναχώρια) σκοπιά (ξυλιά) σε ξένο κώλο.

Κατά τον καιρό και το χορό.

Μάτια λαίμαργα ψυχή χαμένη.

πηγή: Σπύρος Στούπης Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα, εκδόσεις Δωδώνη

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , | 1 Comment »

Συλλογή Ηπειρώτικων Παροιμιών (μέρος I)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιανουαρίου 17, 2012

Κυψέλη Άρτας (πηγή: e-oikodomos.blogspot.com)

Σε μια προσπάθεια ν’ ανασκαλέψουμε μνήμες για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νεότεροι, ξεκινήσαμε μια καταγραφή ηπειρώτικων παροιμιών. Μπορείτε να προσθέσετε παροιμίες από την Ήπειρο μας στα σχόλια του άρθρου.

Άλλοι σκάβουν και κλαδεύουν και άλλοι πίνουν και μεθάνε (όσοι καρπούνται ξένα αγαθά που αποκτήθηκαν με κόπο).

Το καλό τ΄αρνί βυζαίνει δυό μανάδες (ο ήσυχος και ο φρόνιμος κερδιζει).

Τ΄αρνί που ξεχωρίζει από τη μάνα του ο λύκος το τρώει (να μην παρεκλίνουμε από τις συμβουλές των μεγαλυτέρων).

Φτωχό αρνί πλατιά ουρά (επίδειξη ασυμβίβαστη με τα οικονομικά μέσα).

Τα παπούτσια τα πήρα της αράδας (για καθημερινό φόρεμα).

Αγάλια-γάλια φύτευε ο φρόνιμος αμπέλι.

Μας φέρεται σαν αγάς (σ΄αυτόν που του αρέσει η καλοπέραση).

Το ‘σπειραν αλάτι (διαλύθηκαν συμφωνίες).

Κάθε μανούσι (ανθός) στον τόπο του μυρίζει καλύτερα (εκτιμάται όταν προοδεύει καλύτερα στην πατρίδα του).

Ρώτησαν μια γριγιά το μέλι θέλεις ή το γέρο και αυτή είπε: δεν έχω δόντια να ματσαλήσω το μέλι.

Σαν η γάτα τα ματσιά της (γατάκια) (σ΄αυτόν που δεν αφήνει σ΄ένα μέρος τα πράγματα και τα μεταφέριε πότε εδώ και πότε αλλού όπως η γάτα τα μικρά της).

Κάλλια το μάτι περί το νάμι (όνομα).

Πίν΄η κότα το νερό και κοιτάζει τον Θεό (να ‘χει κανείς συνείδηση όπως η κότα που όταν πίνει νερό σηκώνει το κεφάλι ψηλά σαν να κοιτάζει τον Θεό).

Το καλό τ΄άλογο αυγατάει την ταί (η αξία δεν παραγνωρίζεται πάντοτε αλλά με τον καιρό ανταμείβεται ανάλογα με την ποσότητα και ποιότητα).

Κατά μάνα κατά τάτα κατά γυό και θυγατέρα (κατά τους γονείς και τα παιδιά).

Τρεις λαλούν και δυό χορεύουν και άλλοι τεσσερ΄ αγναντεύουν.

Ποιός σε ρωτάει ποιός είσαι και λές απ΄ την πόλη.

Ο διάολος διαολάκια κάνει.

Όταν ο διάολος μας δίνει το στάρι, ο διάολος μας πέρνει το σακί.

Ο λύκος δεν κάνει  για παστρομά (κάθε πράγμα έχει ορισμένο προορισμό).

Φτωχού καμπάνα δεν αχάει του πλούσιου ξεκουφαίνει (του φτωχού το δίκιο δεν αναγνωρίζεται).

Τι σου λείπει κασιδιάρη; Μαργαριταρένια σκούφια (για εκείνους που προβάλλουν απαιτήσεις και έχουν αξιώσεις μεγάλες και ακατάλληλες προς τη θέση τους).

Το ποτάμι δεν κατεβάζει κάθε μέρα κούτσουρα (οι καλές ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται πάντα).

Κατινός χάριζαν γονμάρι και αυτός το κοίταζε στα δόντια.

Ο κλέφτης βρίσκει τον κλέφτη.

Το κάθε αρνί κρέμεται από το κλιτσί του (ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του).

Χωριό που φαίνεται δεν θέλει κολαούζο.

Δωσ’ μου κυρά τον άνδρα σου και παρ’ τον κόπανό μου.

Όπου κοπριγιά και μανιτάρι.

Η κότα θέλει κόψιμο και κόκκορας να παίξει.

Του χάλασε η μανέστρα.

Ποιος σώβγαλε το μάτι; Ο αδελφός μου.Α γι’ αυτό  είναι τόσο βαθειά βγαλμένο (μεταξύ συγγενών και φίλων που πολλές φορές είναι πιο επικίνδυνοι και από ξένους).

Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρ’ ο μουσαφίρης.

Πως πάν τα παιδιά σου κόρακα; Πέρσι περβάταγαν, φέτος μπουσιουλάνε.

Είπαν κουμπάρε φάε και αυτός δεν έκαμε νισάφι (δεν τελείωνε).

Όλοι έκλαιγαν τα ντέρτια τους και ο μυλωνάς τ΄αυλάκι (εκείνοι που φροντίζουν μόνο για τα ατομικά τους συμφέροντα).

 

πηγή:  Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα του Σπύρου Στούπη, εκδόσεις «Δωδώνη»

Posted in ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: