"Ο ΠΥΡΡΟΣ"

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

Archive for the ‘ΠΑΡΑΔΟΣΗ’ Category

Παιχνίδια αλλοτινών καιρών… στην Ήπειρο

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Νοέμβριος 23, 2012

                                                                          Παιδικά παιχνίδια αλλοτινών καιρών.

Η ζωή και η κίνηση ήταν και είναι χαρακτηριστικό τα μικρής ηλικίας γι΄αυτό και τα παιδιά τότε δεν έμεναν στα καθιστικά παχνίδια μόνο. Έτρεχαν στις ρεματιές και τα λαγκάδια κι αναζητούσαν περιπέτειες. Χάνονταν ώρες ολόκληρες μέσα στα λόγγα για εξερευνήσεις, έφταναν κάτω στα ποτάμια να θαυμάσουν τη δύναμη και την ορμή του νερού, να απολαύσουν την ομορφιά της ακροποταμιάς με τα πυκνόφυλλα πλατάνια και τις δροσερές ιτιές. Άλλοτες ανέβαιναν στις κορυφές των πανύψηλων δέντρων για να επιθεωρήσουν τις φωλιές της κουρούνας, της κίσσας και της καρακάξας ή γδέρνονταν ανάμεσα στις μπατλιές(μεγάλες τούφες από βάτα) για να θαυμάσουν τα όμορφα αυγά του κότσυφα και των άλλων μικρών πουλιών. Δε δίσταζαν να φτάσουν ως πέρα στις πλαγιές τις κατάφυτες από γράβα να βρουν τις ψεύτικα φτιαγμένες, εντελώς άτεχνες, φωλιές της τρυγόνας να παρακολουθούν την πορεία της επώασης για να πάρουν τα τρυγονάκια να τα βάλλουν στο αυτοσχεδιασμένο βέργινο κλουβί.

Έπαιζαν το μυρμηγκοπόλεμο  που έβαζαν τα  μυρμήγκια να παλεύουν τα μεγάλα κόκκινα, τους Τούρκους, με τα μικρά τα μαύρα τους Έλληνες. Κι ήθελαν να νικούν πάντα οι Έλληνες.

Μάζευαν «μαρούτσες»(αράχνες, μαύρες που έκαναν τη φωλιά τους μέσα στο χώμα και τη σκέπαζαν από πάνω με μια  φλούδα σα χαρτί, στρογγυλή σαν τάπα κολλητή σε μιαν άκρη, αλλά να μπορεί να ανοιγοκλείνει) με τον εξής τρόπο. Σάλιωναν ένα ξερό κορμό χορταριού στη μια του άκρη κι αφού άνοιγαν το καπάκι της τρύπας, βύθιζαν το άκρο του σαλιωμένου ξερόχορτου ώσπου να συναντήσουν τη «μαρούτσω». Το άφηναν  για λίγο να το δαγκώσει γερά κι ύστερα με μια απότομη κίνηση το τραβούσαν έξω τραβώντας και την αράχνη, που εξακολουθούσε να δαγκώνει το ξερόχορτο.

Την Άνοιξη κυνηγούσαν τις κωλοφωτιές, τις μάζευαν κι ύστερα με μια αιφνίδια κίνηση τις πασάλειβαν στο πρόσωπο των φίλων τους για να φωσφορίζουν ή την ημέρα έπιαναν τα πράσινα γκουμάνια (χρυσοκάνθαρους) τα έδεναν με μια μακριά κλωστή και άφηναν να πετάξουν κρατώντας την άλλη άκρη της κλωστής. Το καλοκαίρι την πλήρωναν τα τζιτζίκια.

Κάθε εποχή είχε και τα δικά της παιγνίδια και τις δικές της  προσφορές στα παιδιά. Από τον Αύγουστο κι ύστερα τα γαϊδουράγκαθα προσφέρονταν για την κατασκευή φλογέρας, ενώ η φροξυλιά έδινε όλο το χρόνο υλικό για να φτιάχνουν χτυπάρια (ένα είδος αεροβόλου όπλου). Οι μπουρδέγκες(ασφόδελοι) έδιναν τα «φώτλα» για να φτιάχνουν τις φουρνταλίδες(έλικας με χάρτινα φτερά ανεμοκινούμενος).

Το καλοκαίρι στον κάμπο, αν δε «μισάριζαν» τα χοντρά ζώα στα όχτια των χωραφιών, έτρεχαν στις ποταμιές να παίξουν με τα βατράχια, τα καβούρια και τα ψάρια ή να μαζέψουν βέργες ιτιάς για να πλέξουν καλάθια για τα κάλαντα του Λάζαρη, ή για τον τρύγο των σταφυλιών.

Από τα ντούσκα την άνοιξη μάζευαν κάτι περίεργους καρπούς τα μήλα του κούκου. Κάτι στρογγυλά  ρόδινα κι αφράτα πράγματα, που βγαίνουν ανάμεσα στα φύλλα και που το καλοκαίρι σκληραίνουν και τα ονομάζανε ’μπουσλίγκες’και μ΄αυτές έφτιαχναν πρόχειρες σβούρες. Από τις κουτσουπιές, τη δάφνη, τις τσερμιντζέλες, ή τις αγριοφουντουκιές έφτιαχναν τα «κιόσια» κι από τα ποδάρια των σφαγμένων γιδοπροβάτων έπαιρναν τα «κότσια» για να παίζουν. Ο σωλήνας του φάρυγγα από τα σφάγια ήταν περιζήτητος γιατί έφτιαχναν τη «φούσκα»(μπαλόνι) και έπαιζαν. Ακριβό όνειρο κάθε παιδιού ήταν να έχει δική του μια σουγιά να πελεκάει και να κόβει ξύλα να φτιάχνει ότι του χρειάζεται.

Εκτός από αυτές τις ασχολίες έπαιζαν και σε κοινά οργανωμένα ομαδικά παιχνίδια όπως:

βόμπα ή σκλαβάκια. Το πιο συνηθισμένο ομαδικό παιχνίδι που παιζόταν σε ανοιχτό χώρο

-Κουρμπανιά. ‘Ενας από τους τρόπους ανάδειξης της ‘μάνας’ στο παιχνίδι. Ολόγυρα τα παιδιά με τα χέρια τεντωμένα προς το κέντρο και με τις παλάμες τη μια πάνω στην άλλη με μια φωνή λένε ρυθμικά τη λέξη «κουρμπανιά». Με τη λέξη της τελευταίας  συλλαβής το καθένα φέρνει την παλάμη στο στήθος με πρόσοψη την εσωτερική ή την εξωτερική πλευρά. Από τη διαδικασία επιλογής βγαίνουν εκείνοι όσων η φορά της παλάμης συμπίπτει και είναι περισσότεροι από τους άλλους. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται έως ότου μείνουν δύο, για να ρίξουν κλήρο ή «κορώνα γράμματα» Όποιος μείνει τελευταίος αυτός θα τα φυλάξει στο κρυφτό, θα κυνηγήσει στο κυνηγητό κτλ.

Κ΄τσό. Παιδικό παιχνίδι κατά το οποίο ο παίκτης στηριζόμενος στο ένα πόδι προσπαθεί να μετακινηθεί και να μετακινήσει μια μικρή πλακερή πέτρα την «τσιομάδα» του με πηδηματάκια στα τετράγωνα πλακάκια του δαπέδου ή σε τετράγωνα σχήματα που χαράχτηκαν για το σκοπό αυτό στο έδαφος. Ο παίκτης πρέπει να μην πατήσει τη γραμμή που ενώνει τα διαδοχικά τετράγωνα με το πόδι του και ούτε και η πέτρα να σταματήσει επάνω σε κάποια γραμμή ή έστω να ακουμπήσει σε κάποια από αυτές.

-Η σκλέντζα ή σκουλέντζα και αυτή ήθελε πλατύ χώρο και ίσιο όπου παίρνουν έξι ως οχτώ παίχτες χρησιμοποιώντας την «σκλέντζα» ένα ίσιο ξύλο μάκρος 50-70 εκατοστά   και το «σκλιτζί» ένα μικρό πελεκημένο στις δύο άκρες του ώστε να είναι αιχμηρό μεγέθους 10-15 εκατοστών.

-Το μπίκου.

-Το κρυφτό.

-Το γνωστό μπίζζζ.

Τσίμ-τσιμ το λεφτό. Ομαδικό παιχνίδι που παιζόταν από μικρά παιδιά. Τα παιδιά μαζεύονταν σε κύκλο και άπλωναν τα χέρια τους προς το κέντρο του, με τρόπο ώστε τα δάχτυλά του ενός να τσιμπάνε το πάνω της παλάμης του άλλου. Κουνώντας ρυθμικά πάνω κάτω τα χέρια απαγγέλουν όλα μαζί:Τσιμ-τσιμ  το λεφτό/το λεφτό το τσιμπητό/που τσιμπούν οι ουρανοί/και βγαίνουν οι αγγέλοι. Με την εκφώνηση της τελευταίας λέξης(αγγέλοι)σηκώνουν τα χέρια τους ξεφωνίζοντας.

πρωτ΄ελιά. Σκύβει ο ένας και τον πηδούσαν οι άλλοι από τους ώμους χωρίς να αγγίζουν άλλα μέρη του σώματος εκτός  από τα χέρια με τα οποία ακουμπούσαν για να στηριχτούν.

πανωκαβαλίτσα. Τρεις σκύβουν και κρατιούνται ο ένας πίσω από τον άλλον και οι άλλοι ανεβαίνουν καβάλα. Όποιος πέσει κάθεται  κάτω και ο τελευταίος από τους σκυφτούς ελευθερώνεται.

-Τα κατρίτσια ή ομάδες. Ομάδα ήταν μια πέτρα πλακερή, στρογγυλή να πετιέται με το ένα χέρι σε απόσταση οχτώ ως δέκα βήματα όπου υπήρχαν βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο στρογγυλά  πετραδάκια τέσσερα ή πέντε κι είχε στόχο να τα ρίξει. Στη θέση του πολλές φορές έμπαινε μια άλλη πέτρα όρθια κι επάνω της είχε ή ένα νόμισμα ή μια μικρότερα πέτρα σημαδεμένη από το ένα μέρος.

-Τα κιόσια. Τέσσερα ξυλαράκια από δάφνη η αγριολεφτοκαριά η τσερμιντζέλα η κουτσουπιά  μήκους δέκα εκατοστών, πελεκημένα από το μισό μέρος, ημικυλινδρικά για να παίρνουν διάφορες θέσεις με την ελεύθερη πτώση τους και να σχηματίζουν τους αριθμούς των ζαριών. Με δώδεκα πετραδάκια ο κάθε παίχτης που τα τοποθετούσε σε ένα σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σαν κοινή σκάλα με δώδεκα σκαλοπάτια. Ήταν κάτι σαν το Ντόμινο.

-Τα πεντόβολα.

-Τα κότσια.

-Η τριώδα, η τεσσερώδα, η εννιάρα.

-Η τριώτα. Σ’ ένα τετράγωνο σχήμα πάνω σ΄ένα χαρτί, σε πέτρα ή και στο χώμα, σχηματίζουμε τις διαγώνιές ου και από τη μέση των πλευρών του τετραγώνου τραβούμε παράλληλες γραμμές προς τις δυο άλλες πλευρές. Παίζεται από δύο παίχτες. Παίρνει ο καθένας από τρία πετραδάκια ή τρία διαφορετικού χρώματος φασόλια και προσπαθεί να τα βάλει στα σημεία τομής των γραμμών φτιάχνοντας «τριώτα»(τα δικά του πετραδάκια να είναι στη σειρά). Νικητής είναι όποιος καταφέρει να κάνει πρώτος τριώτα. Πιο σύνθετη μορφή αυτού του παιχνιδιού είναι η εννιάρα, η δωδεκάρα και η δεκαεξάρα.

-Ο γκούλιαρας(τραμπάλα)

…έλεγαν το τραγούδι όταν τραμπαλιζόντουσαν πάνω σ΄ένα οριζόντιο ξύλο όπου καθόνταν παιδιά.  Τράμπα, τραμπαλίζομαι/πέφτω και τσακίζομαι/και τσακώ το γόνα μου/πάει η βάβω για να φέρει/το μπατά το κουτσοχέρι/πέντε τελάρα στο χέρι/και άλλα πέντε στη σακούλα/να τα παρ΄κυρ΄Γιαννούλα

-Οι τσουλήθρες σε κατηφορικά μέρη. (για να μη φθείρονται τα ρούχα φτιάχνανε ένα δεμάτι με κλαριά και πριν τσουλίσουν  κάθονταν πάνω του και σέρνονταν μαζί του.

-Ο πετροπόλεμος.

Υπήρχαν πολλά παιχνίδια αυτοσχεδιασμένα στη στιγμή όπως η μέλισσα, οι κλέφτες, οι μαμάδες, οι κουμπάρες  κ.α. και παιχνίδια επίσης  εμπνευσμένα από την ίδια τη φύση και το περιβάλλον από τη ζωή όπως κυλούσε εκείνη την εποχή με όλες τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητές της.

-Τα σκλαβάκια

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα παρατάσσεται απέναντι στην άλλη. Κάθε ομάδα έχει τη «φωλιά» της, το σημείο αναφοράς. Δίπλα στη φωλιά είναι το μέρος όπου φυλάσσονται οι σκλάβοι, δηλαδή οι παίκτες που πιάνονται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού από την αντίπαλη ομάδα. Το παιχνίδι παίζεται ως εξής: Βγαίνει ο πρώτος παίκτης από τη μια ομάδα και ακολουθεί ο πρώτος από την άλλη, ο οποίος προσπαθεί να τον πιάσει. Αν τα καταφέρει, τον έχει σκλάβο. Αν δεν τα καταφέρει, κινδυνεύει να συλληφθεί από τον επόμενο παίκτη της πρώτης ομάδας. Για να γλιτώσει, καταφεύγει στη φωλιά και ανανεώνει την έξοδό του. Το παιχνίδι τελειώνει όταν όλοι οι παίκτες μια ομάδας πιαστούν σκλάβοι ή όταν καταληφθεί αφύλαχτη η φωλιά μιας ομάδας.

-Τσούκες

Βάζουν 4-5 πέτρες την μια πάνω στην άλλη και από απόσταση 4,5 χάπες(βήματα) ρίχνανε με πλάκες πέτρινες και όποιο παιδί έριχνε τις τσούκες κέρδιζε.

-Αρδαλίτσα

Κάθοταν 3 έως 6 παιδιά σκυμμένα και ο άλλος τα πηδάει όλα, μετά καθόταν αυτός και πήδαγε ο άλλος και ούτω καθεξής.

φωτο: αρχείο οικ.Πέτρου Βέτσα, vradeto.gr

Posted in ΠΑΡΑΔΟΣΗ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ηπειρώτικα Νανουρίσματα

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Νοέμβριος 6, 2012


 Έλα, ύπνε, γάλι-γάλι

Έλα, ύπνε, γάλι-γάλι/Στου παιδιού μας το κεφάλι./Νάνι-νάνι, νάκια του,/Ύπνος στα ματάκια του./Νάνι-νάνι, νάνα του/Και χαρά στη μάνα του!/Το παιδάκι μου το ρούσσο/Θέλω μόσκο να το λούσω./Το παιδί μου τα΄άσπρο-τα΄ασπρο/Μου το γύρεψεαν στο κάστρο./Του παιδιού μ΄εγώ το γάμο/Μάη μήνα θα τον κάμω./Θα καλέσω το Δεσπότη,/Για να μου το στενώσει./Και θα φέρω το βεζύρη,/Για να καθαρίζει ρύζι./Και θα φέρω τους Πασσιάδες,/Για να πλύνουν τους πιατσιάδες!

 

-Ταρνανά και ταρμπωμπώ

 Ταρνανά και ταρμπωμπώ, το παιδί μου θέλ΄χορό./Θελ΄χορό, θέλει τραγούδια, θέλει κι όμορφα λουλούδια./Ταρνανά και τάρι-τάρι,το παιδί μου θέλ’ φουστάνι./Ταρνανά, νανίστε το, κι όλοι τραγουδείστε το./Ταρνανά του λέγανε, και μου το παντρεύανε,/Και του δίνανε προικιά, ένα κόσκινα κουκιά./Ταρνανά, τα΄αρνιά στα αμπέλι,τα κατσίκια στο χωράφι./Πάει ο Κώτσιας να τα πάρει, παίρει αγκάθι στο ποδάρι./‘Εσκυψε, για να το βγάλει, παίρει κι άλλο στο κεφάλι.

Κικιρίκου…!

-Kικιρίκου…!/-Τι έπαθες, πέτε;/-Με βάρεσαν οι γυναίκες./-Που ν΄οι γυναίκες;/-Παν ΄για ξύλα./-Που ΄ν  τα ξύλα,/ -Τα ΄καψε ο φούρος/-Που΄ν ο φούρος;/-Τον πήρε το ποτάμι./-Που’ ν το ποτάμι;/-Το’πιαν τα βόδια./-Πουν΄ν΄τα βόδια;/-Παν΄να σπείρουν το κεχρί./-Που’ν το κεχρί;/-ψηλιά στη συκιά./-Που΄ν΄η συκιά;/-Την έκοψε ο Χότζιας./-Που΄ν΄ο Χότζιας;/-Πάει να φάει ψωμί κι ελιές και το  βράδυ κουτσουλιές.

                                                                                                                        

Παλαμάκια παίξετε

Παλαμάκια παίξετε/ο μπαμπάς μας έρχεται/και μας φέρνει κατιτί/ λουκουμάκια στο χαρτί.

Posted in φωτογραφίες του χθες, ΠΑΡΑΔΟΣΗ | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Παλιά επαγγέλμαστα στην Ήπειρο

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Σεπτεμβρίου 29, 2012

Αγωγιάτης, φωτο: ιστοσελίδα Συρρακιώτης Πρέβεζας

 -Αγωγιάτες ή κυραντζήδες

Οι μεταφορείς ανθρώπων, πραγμάτων και προϊόντων στην παραδοσιακή κοινωνία , ήταν οι άνθρωποι που αναλάμβαναν την συγκρότηση και την αρχηγία των καραβανιών σε κοντινούς τόπους αλλά και σε ξένους τόπους και κυρίως προς Ρωσία και Ρουμανία. Η δουλειά του κερατζή ήταν δύσκολη και απαιτούσε σκληραγώγηση, γιατί υπήρχαν περιπτώσεις όπου έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με τις αντίξοες καιρικές συνθήκες αλλά και με ληστές.

-Ασβεστάς

Η δουλειά του ξεκινούσε από τη συγκέντρωση της άσπρης και καθαρής πέτρας, την κατασκευή του ασβεστοκάμινου και κατέληγε στη διάθεση της ασβέστης

-Μποσταντζήδες

Στις άκριες της λίμνης των Ιωαννίνων ως τη Λιμνοπούλα και από την άλλη πλευρά στην παραλίμνια περιοχής Καλούτσιανης οι Γιαννιώτες καλλιεργούσαν οπωρολαχανικά και τροφοδοτούσαν την πόλη. Οι μποσταντζήδες ήταν από τις πλέον παραγωγικές συντεχνίες της πόλης.

1957 σιδεράς, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

 -Ο σιδεράς

Ιδιαίτερη σημασία για τις γεωργικές τους εργασίες είχαν  τα γεωργικά εργαλεία. Υπήρχαν εργαστήρια ειδικά τα λεγόμενα σιδεράδικα , μάζευαν όλα τα παλιοσίδερα, όπου κι αν τα έβρισκαν, πολύτιμο πράγμα τότε, και τα μεταμόρφωναν στο καμίνι σε γυνιά, κασμάδες, δικέλια, κασάρες, μασιάδες, ροστιές, κρεμαστάληδες, και ότι άλλο είχαν ανάγκη στην εποχή που ζούσαν. Αναφέρεται ότι οι παλιότεροι είχαν καμωμένη συμφωνία με τους σιδεράδες να φτιάχνουν όλα τα εργαλεία της κάθε οικογένειας και να πληρώνονται με είδος μια ή δύο φορές το χρόνο με τη συγκομιδή των γεννημάτων.

-Ο ράφτης

Για τα καλά και δύσκολα ρούχα υπήρχε ο ειδικός ράφτης..Το επάγγελμα ήταν σχεδόν οικογενειακό και το μάθαινε ο πατέρας στο γιο και έτσι το επάγγελμα γινόταν και οικογενειακό επώνυμο.Τα εργαλεία τους ήταν μια δαχτυλήθρα, ένα ψαλίδι, μια μεζούρα και το θηλυκοτάρι(ειδικό άγκιστρο για να κρατεί το ύφασμα από κάπου σταθερό). Οι ράφτες κάπας λέγονταν καποτάδες ή καπάδες, οι οποίοι άκμασαν σε Συρράκο και Τζουμέρκα.

Σαμαράς

 

-Σαμαράς

Έφτιαχνε τα σαμάρια για τα ζώα και ήταν φυσικά σε μεγάλη  ακμή τον καιρό που τα χρησιμοποιούσαν.

-Οι σκαλιστάδες

Είναι οι  ξυλογλύπτες από το Μέτσοβο, τα πράμαντα, Τούρναβα Κόνιτσας με τα εκπληκτικά εκκλησιαστικά τους ξυλόγλυπταπου σώζονται ως σήμερα. Ξυλόγλυπτα έργα για οικιακή διακόσμηση ταβάνια, κασέλες κ.α.

 

-Καλαθάς

Οι καλαθάδες έκοβαν από τα ποτάμια ευλύγιστα κλαδιά ιτιάς ή λυγαριάς και τα άφηναν στον ήλιο να ξεραθούν. Μετά τα έβρεχαν για να αποκτήσουν ευλυγισία και άρχιζαν να πλέκουν.

Σε περιοχές που αφθονούσαν οι λυγαριές, οι μυρτιές, οι σφάκες (πικροδάφνες) και τα καλάμια, ευδοκίμησε και το επάγγελμα του καλαθοποιού. Από τις μυρτιές και κυρίως από τις λυγαριές οι καλαθοποιοί αποσπούσαν μακριές βίτσες με το τσερτσέτο (ειδικό μαχαίρι) και έκαναν τους σκελετούς για να πλέξουν με τα σχισμένα καλάμια καλάθια, κοφίνιa, ψαροκόφινα και άλλα ενώ μόνο με τις βίτσες έπλεκαν στουπιά για τυρί, κόφτες για τη μεταφορά των σταφυλιών κ.ά.

-Καρβουνιάρης

Ένα δύσκολο, κουραστικό και ανθυγιεινό επάγγελμα. Ο καρβουνιάρης έφτιαχνε τα κάρβουνα για τις ανάγκες της ζωής.

-Καροποιός

Ειδικός τεχνίτης για την κατασκευή του κάρου, του απλού με δύο ρόδες, του σύνθετου με τέσσερις τροχούς, τις χαμάλες και τις σούστες με δύο ρόδες.

Γυναίκες στην Βήσσανη Ιωαννίνων , αρχείο Πέτρου Βετσα

 

-Καρεκλάς

Με το ξύλο και το ψαθί ο καρεκλάς έφτιαχνε ή επισκεύαζε τις παραδοσιακές ψάθινες καρέκλες.Χρησιμοποιούσε ξύλα από πλάτανο και με σχοινιά από βουρλιά ή αφράτου των ποταμών κατασκεύαζε τριών ειδών καρέκλες. Αυτές με κάθισμα και πλάτη πίσω, τις κοντούλες καρέκλες χωρίς πλάτη και τις ραχατιλίδικες οι οποίες το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο ώστε να χρησιμεύει για να ακουμπάει αυτός που κάθεται

-Καροτσέρης

Μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και προϊόντων με το ξύλινο κάρο και το μεγαλόσωμο άλογο που τραβούσε το κάρο. Ο καροτσέρης αμειβόταν με το καριάτικο.

-Καστανάς

Ήταν και είναι ένας εποχικός πωλητής. Έστηνε τη φουφού και την καρέκλα του σε μια γωνία, έβαζε τα κάστανα  και φώναζε «κάστανα ζεστά»

-Κεραμουργός

Έφτιαχνε με πηλό καπάσες(πιθάρια), μπότια(σταμνιά), μπαστάρδες(κουρούπια), φραγκούλες(μικρά κουρούπια), πιάτια φλιτζάνες.

Μέτσοβο,φωτο: Κώστας Μπαλάφας

-Mπακάλης-Καφετζής

Ο μπακάλης, μετά τον πρόεδρο, τον  παπά και το δάσκαλο του χωριού, ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας. Ήταν η ψυχή της εμπορικής ζωής, το αποκούμπι των φτωχών. Στον δικό μας τόπο, με τους πολλούς ξενιτεμένους και με τα πενιχρά παλιότερα μέσα επικοινωνίας και συγκοινωνίας, έπαιζε το ρόλο του πιστωτή, του τραπεζίτη της οικογένειας ώσπου να πάρει από τον ταξιδεμένο το έμβασμα του χρέους με τρίτο πρόσωπο, ή από τον ίδιο, όταν επέστρεφε από τα ξένα, ύστερα από χρόνια. Ορισμένα βασικά και απαραίτητα στο σπίτι είδη, όπως το αλάτι, το λάδι, τα σπίρτα, το πετρέλαιο, τα τσαρούχια, τα βελόνια κ.α, τα προμήθευε στις οικογένειες όταν τα είχαν ανάγκη, και το αντίτιμό τους το εισέπραττε με τον καιρό στη σοδειά, ή με το ταξιδιωτικό έμβασμα. Ο μπακάλης μάζευε από τους πελάτες του για το χρέος τους  ό,τι κι αν είχαν σε είδος, από τα αυγά, που ήταν το κυριότερο μέσο συναλλαγής, ως  τα φασόλια, τις φακές, τα ρεβίθια, τα τομάρια από τα σφάγια, τα μαλλιά κι ό,τι  άλλο προϊόν έπαιρνε από τη γεωργική, ή την κτηνοτροφική εκμετάλλευση. Το χρήμα ήταν δυσεύρετο και η έλλειψή του ανάγκαζε τους ανθρώπους να συναλλάσσονται με είδος.

Το μπακάλικο ήταν επίσης το εντευκτήριο, το κέντρο συναντήσεων, ο τόπος της επικοινωνίας, ο χώρος ενημέρωσής για όλα τα νέα του χωριού και των γειτονικών χωριών. Το μπακάλικο ήταν το κέντρο διασκέδασής του.

Πρέβεζα, παγωτατζής

-Παγοπώλης

Έπαιρνε τις παγοκολόνες από το παγοποιείο και με το καρότσι ή κάποιο ζώο τις μετέφερε στις γειτονιές και τις πουλούσε στα σπίτια για τη συντήρηση των τροφίμων.

Μέτσοβο- φωτο: Κώστας Μπαλάφας

-Πεταλωτής-αλμπάνης-καλιγωτής

Για να μην πληγώνονται οι οπλές των ζώων από τις πέτρες αλλά και να βαδίζουν σταθερά, το πετάλωμά τους ήταν απαραίτητο. Ο πεταλωτής φρόντιζε πολύ την περιποίηση των ζώων και έπρεπε να βρει και το κατάλληλο είδος πετάλου που θα χρησιμοποιούσε για τα χιόνια, για τα ορεινά, για προβληματικά πόδια κ.α.

-Οι πετράδες

Οι μάστοροι της Ηπείρου ή «πετράδες» αποτελούσαν μια κοινωνία ανθρώπων με μεγάλη τεχνογνωσία στην κατασκευή πλήθους παραδοσιακών πέτρινων οικημάτων πολλών χρήσεων που μεγαλούργησε στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα . Τα Ηπειρώτικα μπουλούκια ή σινάφια έχτισαν αριστουργήματα και η φήμη τους εξαπλώθηκε σ΄όλα τα Βαλκάνια και έφτασε ως την Αμερική.

-Πλανόδιος φωτογράφος

Ένα τετράγωνο κουτί στηριγμένο σε τρίποδα ήταν ο σκοτεινός θάλαμος και η κάμερα του πλανόδιου φωτογράφου που απαθανάτιζε καθημερινές, οικογενειακές στιγμές από το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι του τόπου.

-Συρμακεσήδες

Είναι οι χρυσοραφτάδες όπου με τους κεντηστάδες και με τους γουναράδες γνώρισαν μεγάλη ακμή στα Γιάννενα. Οι συρμακέσηδες με ασημένια ή χρυσή κλωστή κεντούσαν εικόνες, λάβαρα, κεντήματα για άμφια ιερέων και άλλα εκκλησιαστικά είδη.

Οι χρυσοκεντητάδες των Καλαρρυτών, γνωστοί με το όνομα τερζήδες, άκμασαν χάρη στην ύπαρξη του εμπορίου παραδοσιακής φορεσιάς, στην εισαγωγή πρώτων υλών, στην ύπαρξη εξειδικευμένων τεχνιτών και αξιόλογων εργαστηρίων και βιοτεχνίας με παράδοση ολόκληρων αιώνων.

Οι τερζήδες κεντούσαν τις ενδυμασίες Ελλήνων και Τουρκαλβανών με δεξιοτεχνία και υπομονή, χρησιμοποιώντας χρυσοκλωστές (τιρτίρια). Οι οικονομικές συνθήκες στην κοινότητα επέτρεψαν να αναπτυχθεί μια ανθούσα βιοτεχνία για δύο περίπου αιώνες.

-Ταμπάκης

Ο βυρσοδέψης, αυτός που κατεργαζόταν τα δέρματα. Πίσω απ’ την ανατολική πλευρά του κάστρου, στη άκρη-άκρη της λίμνης,πάνω στην όχΘη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκηδων. Έτσι λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες. Σ’ όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και ταργάζανε μέσα στα εργαστήρια, τα ταμπάκικα. Μέσα σ’ αυτά τα χαγιάτια, ξυπόλητοι, δούλευαν οι ταμπάκοι τα δέρματα.

-Τροχιστής

Ένας πλανόδιος άνθρωπος του μόχθου ήταν και ο ακονιστής ή τροχιστής. Η δουλειά του ήταν να τροχίζει και να ακονίζει μαχαίρια, πριόνια, τσεκούρια, ψαλίδια και άλλα κοπτικά εργαλεία.

-Τσαμπάσης

Έτσι λεγόταν ο άνθρωπος που εμπορευόταν άλογα και μουλάρια, αγόραζε και πουλούσε ζώα ή έκανε τις λεγόμενες τράμπες. Ήξερε τα ζώα πολύ καλά και πολλές φορές τον συμβουλεύονταν στις τοπικές ζωοπανηγύρεις για την αγορά τέτοιων ζώων.

Τσαγκάρης, φωτο:www.vradedeto.gr

-Τσαρουχάς-Tσαγκάρης

Αυτός που ασχολούνταν με τα τσαρούχια και αργότερα ή και ταυτόχρονα τον έλεγαν και τσαγκάρη.

Βαρελάς, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

-Ο βαγενάς ή βαρελάς

Τα ξύλινα βαρέλια κατείχαν την πρώτη θέση στην αποθήκευση προϊόντων και επειδή η κατασκευή τους αποκτούσε κάποια τεχνική, μερικοί ειδικεύονταν κι ασκούσαν την τέχνη τους αυτή σαν επάγγελμα. Κατασκεύαζαν μπούκλες, βουτσέλες, καρδάρια βλάντες, βαρέλες για το τυρί, βαρέλια για το κρασί κ.α

Oι χουλιαράδες έφτιαχναν ξύλινα αντικείμενα όπως τα κουτάλια, μικρά και μεγάλα, τα γουδιά, τα κλειδοπινάκια, Οι μαραγκοί αναλάμβαναν τα κουφώματα των σπιτιών , άλλοι τις ρόκες, τα αδράχτια και τις ανέμες, κι άλλοι τα αλέτρια, τους ζυγούς, τις ζεύλες, τα στυλιάρια.

 

-Χαμάλης ή βαστάζος

Ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε το φορτίο στην πλάτη του. Δούλευε σε σταθμούς φόρτωση και εκφόρτωσης, στις κρατικές αποθήκες καθώς και στα λιμάνια.

-Χανιαντζής

Ήταν αυτός  που είχε το χάνι, το σταθμό ανεφοδιασμού και ξεκούρασης των ζώων και των ανθρώπων που ταξίδευαν από τα χωριά προς τις πόλεις.

-Χτιστάδες

Στα  παραδοσιακά επαγγέλματα της Ηπείρου είναι οι χτιστάδες της ορεινής Άρτας οι οποίοι ήταν πασίγνωστοι σε όλη τη περιφέρεια της Ηπείρου. Η κοινότητα χτιστάδες είναι συνώνυμη των μαστόρων της περιοχής.

 

φωτο: Κώστας Μπαλάφας

-Οι υφάντρες

Στην μεγαλύτερη ακμή της φθάνει η υφαντική της Ηπείρου από τον 15ο και κυρίως από το 16ο έως τον 18ο -19ο αιώνα.

Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό όλα τα υφάσματα για τα καθημερινά ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα με ποικιλία χρωμάτων (κόκκινο, ώχρα, μπλε), που έβαφαν μόνες τους βουτώντας τα νήματα σε φυτικές βαφές, δημιουργημένες από ποικιλίες ντόπιων φυτών. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί από οικιακή κυρίως τέχνη σε βιοτεχνία κέντρο παραγωγής μάλλινων ειδών ρουχισμού, υφασμάτων και ταπήτων (φλοκάτες).

Κύρια όμως επαγγελματική απασχόληση έγινε η ύφανση του μάλλινου υφάσματος για κάπες άσπρες και μαύρες: μακριές για τους βοσκούς και αγρότες στην Αλβανία και Ελλάδα, κοντές για τους ναυτικούς και ψαράδες στην Αδριατική θάλασσα. Η παραγωγή και η διακίνηση του χοντρού μάλλινου υφάσματος έγινε ένας από τους σημαντικότερους λόγους επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας. Γνωστό μέρος για τις υφάντρες του ήσαν οι Καλαρρύτες Ιωαννίνων.

-Ψαθάς

Ήταν αυτός που έκοβε το ψαθί, το ξέραινε, το έκοβε σε κομμάτια  και έπλεκε τις ψάθες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για το στρώσιμο της καλύβας, του σπιτιού, τοίχων, ενώ αργότερα τις χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή καπέλων κ.α.

-Οι Σκαλιστάδες

Είναι οι ξυλογλύπτες από το Μέτσοβο, το Τούρναβο Κόνιτσας (Γοργοπόταμος),τη Πωγωνιανή, τα Πράμαντα. Υπάρχουν ξυλόγλυπτα έργα στις περιοχές αυτές ήδη από τον 16ο αιώνα.Εκπληκτικά εκκλησιαστικά ξυλόγλυπτα έργα σώζονται ως σήμερα,συνθέσεις ενός πολιτισμού κυρίως για εκκλησιαστική χρήση.

Ξυλόγλυπτα έργα έχουμε και για οικιακή διακόσμηση και χρήση, όπως τα ταβάνια με τις σκαλιστές ροτόντες καθώς και τις σκαλιστές ρόκες ή γκλίτσες. Η μακραίωνη αυτή παράδοση είναι ακόμη και στις μέρες μας ζωντανή, ειδικά στο Μέτσοβο και προσφέρει αξιόλογα ξυλόγλυπτα έργα.

-Ζωγράφοι-Αγιογράφοι

Σημειώνουν ιδιαίτερη ανάπτυξη στον Ηπειρωτικό χώρο και ειδικότερα στα χωριά Χιονιάδες της επαρχίας Κόνιτσας και Καπέσοβο του Ζαγορίου.

γαλατάς, πηγή φωτο:ιστοσελίδα αστροχωρίου

Ήπειρος, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

κτηνοτρόφοι στην Ήπειρο, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Posted in ΠΑΡΑΔΟΣΗ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Το νοικοκυριό στην Ήπειρο(μέρος ΙΙ)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιουνίου 9, 2012

Η Καρσελα

Το χρησιμότερο και πολυτιμότερο κι αγιότερο από τα έπιπλα του σπιτιού ήταν η «καρσέλα» (κασέλα). ΄Επιπλο  δεμένο με όνειρα και προσδοκίες, σχέδια και επιθυμίες. Έκρυβε μέσα πολύτιμα οικογενειακά κειμήλια, αξιαγάπητα και λατρευτά πράγματα. Την έφερνε μαζί της η Νύφη στο νέο της σπιτικό κι ήταν ο δεσμός της με το πατρικό της σπίτι. Ήταν έπιπλο που το έφτιαχνε ο μαραγκός μ΄όλη του την τέχνη να το στολίσει και να το κεντήσει με ανάγλυφα σχέδια και να ζωγραφίσει διάφορα λουλούδια και σχέδια άξια της τέχνης του και αρεστά στην κοπέλα.Στο γάμο  όταν φόρτωνα τα προικιά, μόνο την καρσέλα ονομάτιζαν στο τραγούδι, που συνόδευε το φόρτωμα ,….φορτώνουν, ξεφορτώνουν, καρσέλα μου γραμμένη…

Έβαζαν μέσα της, ανάμεσα στα πράγματα, κλαδιά λεβάντας , δεντρολίβανου, δάφνης, βασιλικού και την άνοιξη μανουσάκια και αμάραντο. Το φθινόπωρο έκρυβαν τα ρόδια και τα κυδώνια από τα μικρά παιδιά, να μην τα φάνε όλα μια φορά και φύλαγαν ως πέρα την Άνοιξη. Μετά το γάμο την τοποθετούσαν στο καλό δωμάτιο και πάνω της τοποθετούσαν διπλωμένα με προσοχή όλα τα χοντρά τα ρούχα, τις καρπέτες,, τα στρωσίδια κι όλα μαζί αποτελούσαν το «γίκο»  ή γιούκο όπως τον έλεγαν Το ύψος του γίκου ήταν το μέτρο της προίκας της νύφης και της νοικοκυροσύνης  της.

Το Μπουσκέτο

Το Μπουσκέτο το έλεγαν και «κοσιόγκο». Ήταν ένα είδος ντουλαπιού μέσα έβαζαν το ψωμί και το φαγητό, για να το προφυλάξουν. Είχε το σχήμα κώνου κι ήταν πλεχτός με βέργες ιτιάς, ή τσερμινζέλας.Το κρεμούσαν από την οροφή σε μια άκρη ενός δωματίου, ώστε να μην εμποδίζει την κίνηση και σε απόσταση από τον τοίχο. Είχε ένα πορτάκι, πλεχτό και το κλείδωναν για να ελέγχεται η κατανάλωση των τροφίμων. Το μέγεθός του ήταν ανάλογο με το βιος του νοικοκύρη και με τα μέλη της οικογένειας.

Σανίδι, ζυγαριές, κατσαρόλες,εργαλεία αγρού

Το σανίδι

Ήταν ένα σκεύος ξύλινο στρογγυλού σχήματος με σανίδα μονοκόμματη ή σε σε τελευταία ανάγκη με δυο φαρδιές σανίδες κολλητές με μια χειρολαβή. Η διάμετρός του κυμαινόταν από 40- ως 60 εκατ. Και χρησίμευε για πολλές δουλειές της νοικοκυράς. Πάνω σ΄αυτό  άπλωναν την καλαμποκοκουλούρα  και μ΄αυτό τη φούρνιζαν, μ΄αυτό αναποδογύριζαν τις πίτες μετά το ξεφούρνισμα για να μαλακώσουν τα πανώφυλλά τους, πάνω του άπλωναν το καλοκαίρι τις συκομαϊδες για να λιαστούν, σ΄αυτό άπλωναν τα φύλλα του ζυμαριού για τις πίτες κι ένα σωρό άλλες δουλειές. Σ΄αυτό έκαναν ότι και στην τάβλα με τη διαφορά ότι ήταν περισσότερο εύχρηστο.

Η χουλιάρα

Ήταν μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα με μακριά ουρά, φτιαγμένη από ξύλο γκορτσιάς ή σφοντανιού, που τη χρησιμοποιούσα κυρίως για το ζύμωμα του καλομποκίσιου ψωμιού καθώς και για μαγείρεμα σε μεγάλα καζάνια όταν επρόκειτο για  ομαδικά τραπέζια σε γάμους και πανηγύρια.

Η ξύστρα

Σκεύος απαραίτητο για την νοικοκυρά για το ξύσιμο του σκαφιδιού από τα ζυμάρια, για το κόψιμο των σύκων, όταν προορίζονται για συκομαϊδες για το ξεκόλλημα της ζυμαρόπιτας και της μπατσαριάς, κ.α. Συνήθως ήταν ξύλινο εργαλείο στα παλιά τα χρόνια, αλλά αργότερα επικράτησε η σιδερένια κατασκευή της.

Η πυροστιά

Ήταν ένα τρίποδο σιδερένιο όργανο πάνω στο οποίο στήριζαν τις κατσαρόλες από τα κακάβια, όταν δεν υπήρχε ο κρεμαστάλης στη φωτιά της γωνιάς.

Η τσιμπίδα

Μικροεργαλείο για το τζάκι για το κουμαντάρισμα της φωτιάς.

Ο Μασιάς

Σιδερένιο εργαλείο για τη γωνιά κι ο μασιάς για το φούρνο. Ο πρώτος ήταν σα φτιαράκι με λαβή μακριά ως 80 εκατ., ενώ ο άλλος του φούρνου είχε μεγάλη ουράκαι μπροστά ήταν γυριστός προς τα κάτω για να φέρει με ευκολία προς τα έξω από το εσωτερικό του φούρνου τα ταψιά, τα κάρβουνα και τις στάχτες.

Τα Ζάνια.

Σαγάνια  ή ζάνια , Χάλκινο πιάτο βαθουλό , το χάριζε ο νουός στα βαφτισιμιά του και χάραζε στο πλευρό και το όνομα και το έτος γεννήσεως  του  παιδιού.  Στα αγόρια χάριζαν το ζάνι και στα κορίτσια ένα νταβά. Ήταν απαραίτητο το συχνό καλάισμα τους γιατί υπήρχε κίνδυνος δηλητηρίασης από το μπακίρι.

Υπήρχαν επίσης οι χάλκινες κατσαρόλες, τα κακάβια, τα ξύλινα κουτάλια, τα μαχαίρια, ο κολοκυθοτρίφτης, το γουδί , τα κόσκινα, οι σίτες(πυκνές και αριόσιτες) το κλειδό(ξύλινο ταπεράκι, η    μπούκλα(ξύλινο δοχείο νερού), η βαρέλα(ξύλινη για το πόσιμο νερό του σπιτιού, το καρδάρι για το άρμεγμα των γιδοπροβάτων,η βλάντα για το αποβουτύρωμα του γάλατος, οι βαρέλες για το τυρί, οι γαλοντενεκές για τη μεταφορά του γάλατος από τη στάνη στο σπίτι, τα τσουβάλια, οι καλάθες, η κοφίνια για τη μεταφορά των σταφυλιών τα βαρέλια  του κρασιού, ο χειρόμυλος, ένας μικρός μύλος για πέτρες για το χοντράλεσμα του σιταριού που  προοριζόταν για κοφτό πληγούρι ή για τραχανά, ο καφόμυλος, ο ψήστρης του καφέ, οι κανίστρες.

ψήστης του καφέ ,πηγή:www.gloutsa.blogspot.com

Βλάντα ή ντρομπολίτσα

Μπουκάλια ήταν λιγοστά  ως την δεκαετία του 50 . Σε κάθε σπίτι υπήρχαν  3-4 μπουκάλια της μισής οκάς, για πετέλαιο, ούζο , λάδι. Πολλές φορές ένα μπουκάλι άλλαζε χρήση και για να πλυθεί η νοικοκυρά παιδευόταν με τις ώρες. Τα έπλεναν με αλυσσίβα, ρίπα, στάχτη, χαλίκια. Τα μπουκάλια ήταν : το μισιοκάρικο, εκατοδραμίσιο η μπακανιάρα κ.α

Λυχνάρι που έκαιγε λάδι, αργότερα καθαρό πετρέλαιο. Μετά τη δεκαετία του 50 εμφανίστηκαν οι λάμπες πετρελαίου.

Ντεψιά. Συνήθως η νοικοκυρα είχε 4-5 χαλκωματένια ντεψιά διαφόρων μεγεθών όπου έψηνε το ψωμία ακαι διάφορα φαγητά του ταψιού. Εσωτερικά έπρεπε να είναι γανωμένα.

Κακάβι με αρβάλι και με αυτιά, για ζέσταμα νερού, μαύρο εξωτερικά και καλαλισμένο από μέσα.

Τζιούμπα μεγάλο ξύλινο γουδί.

Σίτες

Τρεις σίτες διαφορετικού μεγάθους και πυκνότητα,ανάλογα με τη χρήση του αλεύρου. Την αραιόσιτα για το σίτισμα του αλεύρου για ψωμί, την καφόσιτα για το σίτισμα του καφέ, την πυκνόσιτα για σίτισμα αλεύρου για λειτουργιές, τηγανίτες, μπουγάσιες κ.α

Η ξύστρα μεταλλική σπάτουλα, για το γύρισμα του ψωμιού από το ντεψί, και το κόψιμο φαγητών του ντεψιού όπως μπατσάρας, ζυμαριού κ.α

Ο πλάστης ξύλινο λεπτό ραβδί για το άνοιγμα των φύλλων.

Λίμπες πήλινες, αλουμινένιες(γαβάθες)

Τα μισάλια, στενόμακρα λιναρίσια τραπεζομάντηλα για να στρώνουν το σινί την ώρα του φαγητού.

Λανάρια πηγή:Ροδαυγή Αρτας

Τα λανάρια

Εργαλείο που δεν έλειπε από κανένα σπίτι. Υπήρχαν δύο ειδών λανάρια, Τα λανάρια του λιναριού και τα λανάρια του μαλλιού. Τα λανάρια του μαλλιού είχαν μικρά συρμάτινα δόντια, δύο εκατοστών περασμένα σειρές σε χοντρό δέρμα τετραγωνικού σχήματος που κι αυτό με τη σειρά του ήτα καρφωμένο και στερεωμένο σε ισομεγέθεις σανίδες με τις κατάλληλες λαβές για το χειρισμό τους. Ήταν δύο μαζί, ένα πάνω κι ένα κάτω. ‘Εβαζαν ανάμεσα στα δύο το μαλλί και με αντίσροφη  κίνηση  ευθυγράμμιζαν τις ίνες του. Τα λιναρολάναρα ήταν κι αυτά ζευγάρι ένα πάνω και ένα κάτω, είχαν μακρύτερες λαβές μικρότερο μέγεθος, αραιότερα και μεγαλύτερα δόντια ως δέκα εκατοστά μήκος και δυνατότερα από χοντρά ατσαλένια σιδεράκια. Ανάμεσά τους περνούσε το λινάρι μετά από το μαγκάνισμά του για να φύγουν όλα τα σκληρά μέρη του καλαμιού και να μαλακώσουν οι ίνες του.

Ο Μάγκανος

Για να σπάσουν τα καλάμια του λιναριού και να καθαρίσουν τις ίνες χρησιμοποιούσαν το μάγκανο, ένα ξύλινο εργαλείο. Αποτελούνταν από δύο μεγάλα ως ένα μέτρο και λίγο ξύλα περασμένα σε έναν σιδερένιο άξονα στη μια τους άκρη, σαν καρυδοθραύστης και από άλλο άκρο το ένα είχε διαμορφωμένη λαβή, ώστε να πιάνεται να ανεβοκατεβαίνει το επάνω μόνο. Αυτό ήταν σκαμμένο στο μέσο του κι από κάτω σε όλο του το μήκος σε βάθος ως δέκα εκατοστά κι όταν έπεφτε στο κάτω εφάρμοζε σε αντίστοιχο εξόγκωμα., όπου αυτό βρισκόταν στη μέση μια φαρδύτερης λακκούβας κατά μήκος ώστε να έχει το κάτω δύο λακκούβες στις οποίες έμπαιναν τα χείλη του πάνω ξύλου. ¨Όταν κατέβαινε το επάνω ξύλο έσπαγε σε τρία μέρη ο κορμός του λιναριού

Ο λιναροκόπανος

Μετά το μαγκάνισμα του λιναριού ακολουθούσε το κοπάνισμά του μ΄έναν κόπανο. Ήταν ένα χοντρό ξύλο, κυλινδρικό συνήθως από φτελιά για να μη σκίζεται από τη δύναμη του καπανίσματος. Το κοπάνισμα γινόταν κυρίως για να μαλακώσουν οι ίνες και να λεπτύνουν.

Πηγή:Λαογραφία Ιωαννίνων Χρήστου Κ.Πάντου/φωτο: Λαογραφικό Μουσείο’Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί’/ Ροδαυγή Αρτας

Posted in ΠΑΡΑΔΟΣΗ | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Ηπειρώτικος γάμος αλλοτινών καιρών(μέρος V)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Ιουνίου 1, 2012

Η ντολή

Το σήκωμα της ντολής γινόταν συνήθως μετά το φαγητό με τον κουμπάρο σαν αρχή. Δίνει εντολή να ετοιμαστεί ένα δίσκος με τρία, πέντε ή επτά ποτήρια κρασί (πάντα σε μονό αριθμό) και ξεκινά να εύχεται πρώτα στο νέο ζευγάρι, στους συμπεθέρους, στους καλεσμένους του γάμου, στη στενή παρέα και τα υπόλοιπα και ο εντολέας τα προσφέρει όπου επιθυμεί και τα όργανα παίζουν τραγούδια δικής του επιλογής.  Όσοι σήκωναν ντολή, έπρεπε κάθε παραγγελία τραγουδιού στα όργανα να συνοδεύεται  και με τη σχετική χρηματική αμοιβή. Τα νιόγαμπρα στέκονται όρθια σε όλη τη διάρκεια της ντολής ώσπου να τελειώσει και ο τελευταίος και υποκλίνονται στις ευχές όλων. Η ντολή δίνει την ευκαιρία στον καθένα χωριστά να ευχηθεί στο νέο ζευγάρι και τους συμπεθέρους, ευτυχία και χαρά . Το γλέντι συνεχιζόταν ως τα ξημερώματα της Δευτέρας. Μόλις έβγαινε ο ήλιος, έμπαιναν μέσα στο σπίτι, χωρίς τα όργανα και χορεύοντας τραγουδούσαν ένα τραγούδι που απευθυνόταν στην πεθερά «Μπήκε ο ήλιος από τις φεγγίτες/φέρτε μας τις τηγανίτες…». Η πεθερά, τις είχε έτοιμες ζαχαρωμένες για να τις προσφέρει το πρωί στους χορευτές και τους φυλαχτάδες της νύφης που κατά το έθιμο, δεν πρέπει να εγκαταλείψουν τη νύφη ως τη Δευτέρα το πρωί μετά τη λήξη του γλεντιού.

Τραγούδια του τραπεζιού:

Σε τούτη ντάβλα που είμαστε, σε τούτο το τραπέζι,

τρεις μαυρομάτες μας κερνούν και τρεις καλές κυράδες,

η μια κερνάει με το γιαλί και η άλλη με την κούπα,

και η τρίτη η καλλίτερη με ν΄ασημένιο τάσι,

κέρνα μας ρούσα κέρνα μας. Κέρνα όσο να φέξει να πάει η πούλια δειλινό και το φεγγάρι γιόμα.

Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερντελίδες,

να κλάψωμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας

κι αύριο καλές αντάμωσες και που θα ανταμωθούμε

στον Λελιά στον πλάτανο που είναι μια κρύα βρύση,

πόχουν οι κλέφτες μάζωξη και να χρυσό τραπέζι,

πόχουν αρνιά που ψένονται κριάρια σουβλισένα

πόχουν και να γλυκό κρασί που πίνουν και μεθάνε.

Επίσης τραγουδούσαν:

Σε τούτ΄τα σπίτια πούρθαμαν, θα φάμε και θα πιούμε,

θα φάμε θα γλεντήσομε, και θα σας ευχηθούμε.

Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός, να ζήσουν κι οι γονιοί τους,

Να ζήσει κι η παρέα μας, κι όλοι οι συμπεθέροι.

Σε τούτη τάβλα που είμεστε, σε τούτο το τραπέζι, τον άγγελο φιλεύουνε,

και το Χριστό κερνάνε, και την κυρά την Παναγιά, πολύ την προσκυνάνε.

Το στέφανο το σημερνό ν΄ασπρίσει να γεράσει, να πάει χρόνια εκατό, κι ακόμα να περάσει.

Να μας προκόψουν τα παιδιά και σ΄άλλα να χαρούμε.

Φίλοι καλώς ορίσαταν, φίλοι κι αγαπημένοι,

φίλοι καλώς τον πήραμαν τούτον τον νοικοκύρη,

με τα καλά του φαγιά, με τα γλυκά του λόγια, να του προκόψουν τα παιδιά,

και σ΄άλλα να χαρούμε, για τη δική σας τη χαρά, του χρόνου στη δική μας,

τούτον το χρόνο τον καλό, τον άλλο, ποιος τον ξέρει; Για ζούμε, για πεθαίνομε,

για σ΄άλλον κόσμο πάμε,κι εκεί δεν έχουνε χαρές, δεν έχουν πανηγύρια.

Καλώς ανταμωθήκαμαν, φίλοι κι αγαπημένοι…

 Κλείνουν αναγγέλοντας διά βοής από τον κουμπάρο:

Να μας ζήσουν να μας ζήσουν

και να πολυτεκνοποιήσουν!

Γεια σας συμπεθέροι και όλοι οι φίλοι οι καλοί.

Ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε. Και στων παιδιών σας!

Για τον κουμπάρο όταν φεύγει

Στο καλό καλέ μας νούνε, στο καλό, και τιμημένος, και στους άγιους δοξασμένος

Γειά χαρά στ΄εσένα νύφη, που ξεπροβοδάς το νούνο,

με χαρές και με τραγούδια και του Μάη τα λουλούδια.

Οι συγγενείς του γαμπρού και όργανα συνόδευαν τους συμπεθέρους και τους ξεπροβόδιζαν μέχρι την αρχή του δρόμου και τους τραγουδούσαν το τραγούδι του αποχαιρετισμού.

΄Ερθέ ο καιρός να φύγουμε, παιδιά μου παιδιά μου,

στο σπίτι μας να πάμε, μωρέ παιδιά καημένα,

και πάλε θ΄ανταμώσουμε, στης νύφης τα πιστρόφια.

Στο καλό συμπεθεροί και καινούργιοι και παλιοί,

στο καλό και τιμημένοι και στους άγιους δοξασμένοι.

Σας επήραμαν τη νύφη σας χαλάσαμαν το σπίτι.

Σας εδώκαμαν τη νύφη, σας στολίσαμαν το σπίτι.

Σας εδώκαμαν νυφούλα έμορφη σαν περδικούλα.

Η νύφη από Δευτέρα

Ο βλάμης οδηγεί τη νύφη στη βρύση του χωριού ή στο πηγάδι, για να μάθει η νύφη το δρόμο, με μια κανάτα στο χέρι. Αμίλητη ακολουθεί η νύφη ως τη βρύση, γεμίζει μόνη της την κανάτα κι αμίλητη πάλι επιστρέφει ως το σπίτι.

Το τραγούδι όπου ακούγεται από τα όργανα και όσους έχουν απομείνει:

Βρύση μου μαλαματένια και κρυστάλλινο νερό

να φιλούσα την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό.

Βρύση μου μαλαματένια και κρυστάλλινο νερό                     

να φιλούσα την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό.

Βρύση μου μαλαματένια αγαπάς με ως σ’ αγαπώ

να μην τρέχουν σαν τη βρύση τα ματάκια μου τα δυο.

Μια μαλαματένια βρύση θε να βρω να πιω νερό

για να σβήσουνε οι φλόγες που με καίν’ τόσον καιρό.

Βρύση μου μαλαματένια έχω λόγια να σου ειπώ

κύλα το το κρυόνερό σου για να δροσιστώ και γω.

Φέρνει το «αμίλητο», ή «άκριτο» νερό και χύνει να νιφτεί ο γαμπρός στα χέρια και στο πρόσωπο. Κατά τη διαδρομή της επιστροφής από τη βρύση, συναντά το γαμπρό που την περιμένει στην πόρτα του σπιτιού. Του ρίχνει νερό να πλυθεί κι ώσπου να τελειώσει αυτός η νύφη μένει αμίλητη. Καιροφυλαχτεί να τον πιάσει απρόσεχτο  κι όταν το πετύχει, του αδειάζει όλο το  υπόλοιπο της κανάτας στο κεφάλι του και τον κάνει μούσκεμα. Οι άλλοι παρακολουθούν αμίλητοι τη σκηνή και μόλις τον καταβρέξει αρχίζουν τα γέλια πειράζοντας το γαμπρό για το πάθημά του. Τα όργανα συνοδεύουν τον κουμπάρο στο σπίτι του τραγουδώντας με τη συνοδεία όσων απέμειναν.

Τα Πιστρόφια του γάμου

Από τη Δευτέρα το μεσημέρι ο γάμος θεωρείται τελειωμένος. Οι συμπέθεροι καθορίζουν την ημερομηνία που θα γίνουν τα πιστρόφια. Συνήθως τα έκαναν το επόμενο Σαββατόβραδο. Πιστρόφια είναι η επιστροφή της νύφης, η πρώτη μετά το γάμο, στο σπίτι των γονιών της και την ακολουθούν συγγενείς και φίλοι. Ακολουθούσε γλέντι που έφτανε ως το ξημέρωμα. Όταν πλησίαζε η ώρα αναχώρησης, κάποιος φίλος του γαμπρού, προικισμένος με κάποια δεξιοτεχνία στο «άρμπαγμα», είχε εντολή από τον γαμπρό και από τη νύφη, να αρπάξει από το σπίτι της πεθεράς, χωρίς να γίνει αντιληπτός διάφορα χρειαζούμενα πράγματα ή εργαλεία ή ότι άλλο θα μπορούσε να συμπληρώσει το καινούργιο νοικοκυριό που μόλις ξεκίνησε. Την κλεψιά αυτή δεν έπρεπε να την αντιληφθεί κανείς. Αν κάποιος έπιανε τον …κλέφτη… στα πράσα, τότε δεν μπορούσε, δεν επέτρεπε το έθιμο να τα πάρει μαζί του. Τα πιστρόφια ήταν η τελευταία πράξη του γάμου. Μετά κι απ΄αυτά το ζευγάρι έμπαινε στον κανονικό ρυθμό της ζωής του χωριού.

πηγή:Ιστορία-Λαογραφία Ιωαννίνων του Χρήστου Κ.Πάντου/φωτο: αρχείο οικ. Πέτρου Βέτσα -Βήσσανη Ιωαννίνων/ φωτο:Κώστας Μπαλάφας

 

Posted in Ηπειρώτικος Γάμος | Με ετικέτα: , , , , , , | 3 Σχόλια »

Ηπειρώτικος γάμος αλλοτινών καιρών(ΙV)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 30, 2012

Πριν μπουν στην εκκλησία για τη στέψη

Στα πρόθυρα της εκκλησιάς σ’ αυτό το Άγιο Βήμα,                                                                                                     

στέκουν δυο βέργια και κλωνιά σφιχτοπερδικλωμένα.

Μέσ’ στην κορφή στέκει η ελιά με τα χρυσά τα φύλλα

και πάνω στα ξωκλώναρα αετός μαργαριτάρι,

να τα βλογήσει ο παππάς να γίνουνε ζευγάρι.

Δεύτερο τραγούδι

Εκκλησιά μου κουκλωτή-κουκλωτή καμαρωτή

μύρια δέχεσαι κεριά τη Μεγάλη Πασχαλιά

δέξου και τα νιόγαμπρα και τα πρωτοστέφανα

βλόγησέ τα χάρισέ τα για ν’ ανθίσουν να καρπίσουν

πέντε γιους και θυγατέρα γρήγορα για ν’ αποχτήσουν

Στην τελετή της στέψης

Μετά το πέρασμα των στεφανιών, ο κουμπάρος απλώνει ένα κομμάτι ύφασμα επτά με οκτώ πήχες το στεφανοσκέπασμα, που τελικά προορίζεται για φόρεμα της νύφης, καλύπτει τους ώμους των νεονύμφων και τους δικούς του. Το τύλιγμα αυτό δηλώνει το στενό δεσμό που αναπτύσσεται στους τρεις. Ο κουμπάρος πετάει «ζαχαρικά»(επιζαχαρωμένα στραγάλια). Τα στέφανα που χρησιμοποιούσε το ζευγάρι ήταν κοινά για όλους τους γάμους. Στο τέλος του μυστηρίου ο βλάμης άρπαζε τον κουμπάρο στην αγκαλιά του, τον σήκωνε ψηλά φωνάζοντας δυνατά:

-Τάξε, νούνε τα παιδιά. (κι εκείνος απαντούσε)

-Πέντε γιούς και μια μηλιά(κορίτσι).

Ο κουμπάρος το επαναλάμβανε τρεις φορές. Αυτό που μπορούσε να αλλάξει ήταν ο αριθμός των αγοριών να τα κάνει τρία, επτά, ενώ η μηλιά (κορίτσι) έμενε πάντα μία και μόνη, επειδή θεωρούσαν δυστυχία στην οικογένεια τα κορίτσια.

Ο βλάμης κάθεται στην είσοδο του ναού με μια μπουγάτσια στο χέρι, και την μοιράζει στον κόσμο .

Μετά την στέψη όλοι πηγαίνουν για το μεγάλο γλέντι στο μεσοχώρι.

Τα όργανα ξεκινούν με εντολή του κουμπάρου να ξεκινήσει πρώτος τον χορό και συνεχίζουν με τα νιόγαμπρα . Πρώτα χορεύει η νύφη:

Σήμερα είν’ άσπρος ουρανός σήμερα είν’ άσπρη μέρα

σήμερα ανταμωθήκανε αετός και περιστέρα.

Πόσο σας πιάνει ο χορός με γεια σας και χαρά σας                              

και στα γεντσούρια σας με γιο να χαίρεται η καρδιά σας.

Πόσ’ όμορφη είσαι στο χορό σαν το μαργαριτάρι

σαν τη Μαΐσια τη δροσιά που πέφτει στο χορτάρι.

Όσοι είστε φίλοι και δικοί τώρα να μας χαρείτε

και των παιδιών σας τις χαρές να ζήσετε να ιδείτε.

Με γεια και στο κουμπάρο μας πώβαλε τη φροντίδα

και έβαλε τ’ αντρόγυνο να φέρουν μία γύρα.

Δεύτερο τραγούδι

Εμπάτε αγόρια στο χορό κοράσια στα τραγούδια

να ιδήτε και να μάθετε πως πιάνεται η αγάπη

από τα μάτια πιάνεται στα χείλια κατεβαίνει

κι από τα χείλια χύνεται και στην καρδιά ριζώνει.

Μετά την νύφη και το γαμπρό ακολουθούν όλοι οι υπόλοιποι. Κατά το έθιμο μερικοί προσπαθούν να αρπάξουν τα μαντήλια από το μπαϊράκι, τα ρόδια τα μήλα να χαλάσουν τα κλαδιά της δάφνης κι ελιάς με τα οποία είναι στολισμένο. Παρά την διαρκή επιτήρηση του βλάμη τελικά το καταφέρνουν.

 Με τη δύση του ήλιου δύει και το γλέντι στο Μεσοχώρι. Το ζευγάρι με τους καλεσμένους πηγαίνουν στο σπίτι όχι από το ίδιο μονοπάτι που ήρθαν στην εκκλησία άλλα από άλλο όπως επιτάσσει το έθιμο.

Μόλις φθάσει η νύφη έφιππη όλοι οι συγγενείς και φίλοι της τραγουδούν:

-Πέζε νύφη,

– Δεν πεζεύω,                                                                                         

-Θέλω τάμα από το νούνο,

– Θέλω τάμα από τη νούνα.

-Πέζε νύφη, δεν πεζεύω,

-θέλω τάμα να πεζέψω

-Τάμα από τον πεθερό μου,

– Τάμα από την πεθερά μου.

Αυτό το «παζάρι» κρατούσε, όσο κρατούσε διαδικασία των δώρων προς τη νύφη,

και συνέχιζαν:

Έβγα πεθερά στη σκάλα, με το μέλι με το γάλα.

Σπείρε, πεθερά το ρύζι, για να σου ριζώσει η νύφη.

Φέρε, πεθερά τη σίτα, για να κοσκινίσει η νύφη.

Η νύφη  προσκυνάει τρεις φορές και αμέσως ο πεθερός την κατεβάζει κάτω και άλλος παίρνει ένα μικρό αγοράκι και το φέρνει τρεις φορές γύρω κάτω από την κοιλιά τ΄αλόγου. Στην είσοδο της αυλής η νύφη κόβει ένα τεντωμένο οριζόντια σχοινί, που κατά διαστήματα έχει αγκιστρωμένα δαφνόφυλλα.

Τα όργανα συνεχίζουν να παίζουν τα τραγούδια της υποδοχής:

Όταν υποδέχεται η πεθερά τη νύφη

Η πεθερά σου σήμερα στους δρόμους καθαρίζει                              

τους στρώνει με τριαντάφυλλα, με ρόδα τους γεμίζει

τους στρώνει για τη νύφη της να σκύφτει να τα πάρει

κι αφού τα γλυκομυριστεί στον κόρφο να τα βάλει

να τα μαζών’ στον κόρφο της και στο προσκέφαλό της

και να τα δίνει στο γαμπρό να μυριστεί ο καλός της.

Άλλο τραγούδι:

Νύφη μου ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι

το ταίρι σου είναι ζηλευτό κι όμορφο παλληκάρι.

Στο σπίτι τα πεθερικά στη γειτονιά οπούρθες

σαν κυπαρίσσι να σταθείς σαν πρίνος να ριζώσεις

και σαν γλυκιά γλυκομηλιά ν’ ανθίσεις να καρπίσεις                                            

υγιούς εννιά ν’ αξιωθείς και μια γλυκομηλίτσα.

Τρίτο τραγούδι:

Έβγα Κυρά και Πεθερά για να δεχτείς την πέρδικα

για να δεχτείς την πέρδικα που περπατεί λεβέντικα.

γυρίσματα

Για ιδέστε την για ιδέστε την ήλιο φεγγάρι πέστε την.

Για ιδέστε την πως περπατεί σαν άγγελος με το σπαθί

Αυτού που ζύγωσες να μπεις ήλιος, φεγγάρι να φανείς.

Έβγα Κυρά και πεθερά για να δεχτείς την πέρδικα

για να τη βάλεις στο κλουβί σαν το πουλί να κελαϊδεί.

Η πεθερά δίνει μια ζυμωμένη κουλούρα μέσω άλλου, στη νύφη και εκείνη την παίρνει και την πετά με όλη της τη δύναμη πάνω από τη στέγη του σπιτιού για να πέσει πίσω απ΄αυτό .Αν το κατορθώσει θεωρείται δυναμική και ικανή και θα κάνει προκοπή. Αν δεν τα καταφέρει τότε θεωρούν ότι είναι κακό σημάδι. Πάνω στη στέγη και πίσω από το σπίτι έχουν πάρει θέση πολλοί νέοι για να πιάσουν την κουλούρα της νύφης.

Η νύφη πλησιάζει την πεθερά της και πριν ακόμα τη χαιρετήσει σπάει στο δάπεδο ένα γυάλινο ποτήρι για γούρι. Κακό σημάδι για την προκοπή του ζευγαριού, αν δε σπάσει το γυάλινο ποτήρι. Αμέσως η πεθερά την αγκαλιάζει και τη φιλάει σταυρωτά και της προσφέρει μέλι ή λουκούμι ή σκέτη ζάχαρη , για να έχει γλυκιά μιλιά και γλυκιά συμπεριφορά, για να τα πηγαίνουν «μέλι-γάλα». Ακόμα πιο παλιά έβαζαν ένα μαξιλάρι στη θύρα του σπιτιού και η νύφη με μια μεγάλη δρασκελιά το πηδούσε χωρίς να το αγγίξει και έμπαινε στο σπίτι.

Η πεθερά παραλάμβανε τα νιόγαμπρα,και  οδηγεί τη νύφη στο εικονοστάσι, και η νύφη έκανε τρεις μετάνοιες.

Μέσα στο σπίτι μπαίνοντας η νύφη της τραγουδούν χωρίς όργανα το τραγούδι:

Νίδια, νίδια, τα σανίδια,

τα καλοπελεκημένα.

Παιξ΄απάνω παίξε κάτω,

με του … τη γυναίκα.(το όνομα του γαμπρού)

Έλα, έλα πεθερά,

να δεις τη νύφη στο χορό.                                                                                           

Πως σειέται πως λυγιέται,

πως βεργοκαμαρώνει…

Συνεχίζονται τα τραγούδια στο νέο σπιτικό της νύφης:

Στη καινούργια μας γωνιά, φύτρωσε μια κυδωνιά,

Να ανθίσει να καρπίσει, πέντε γιούς να αποχτήσει,

και στον πάτο θυγατέρα, έμορφη σαν περιστέρα.

Ετούτα δυο τα νιούτσικα, τα νιοστεφανωμένα,

να ζήσουν να προκόψουνε, στον κόσμο τιμημένα.

Σήμεραν άσπρος ουρανός, σήμεραν άσπρη μέρα,

σήμεραν αναταμώθηκαν, αϊτός και περιστέρα.

πηγή: Ιστορία-Λαογραφία Ιωαννίνων Χρήστος Κ.Πάντος, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Posted in Ηπειρώτικος Γάμος | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ηπειρώτικος γάμος αλλοτινών καιρών (μέρος ΙΙΙ)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 27, 2012

Προικιά

Χαρά μεγάλη είχαν οι γονείς, αν γινόταν αγόρι. Τα κορίτσια έφερναν στενοχώριες στους γονείς. Πώς να τα μεγαλώσουν και πώς να τα παντρέψουν.  Φτώχεια είχαν, πώς να ετοίμαζαν προικιά και χρήματα να δώσουν στο γαμπρό να πάρει το κορίτσι. Και τι γαμπρός θα ήταν αυτός; Θα περνούσε καλό το κορίτσι τους; Και οι γονείς που είχαν πολλά κορίτσια;

Τα κορίτσια μεγάλωναν και νοιάζονταν με τις μάνες για τα προικιά. Κεντούσαν πολλών λογιών βελονιές, έπλεκαν δαντέλες και ετοίμαζαν το κρεβατοστρώσι, δηλαδή σελτέδες(στρώματα από βαμπάκι), παπλώματα από στόφα, μετάξι ή ιντιάνα. Έφτιαχναν  μαξιλάρες μακρόστενες και συγκέντρωναν σεντόνια και τραπεζομάντιλα με ανεξίτηλα χρώματα. Επίσης δυο λογιών σεγκούνια οι γονείς για τις ζαγορίσιες κοπελιές, ένα ολοκέντητο εφταλιρίτικο κι ένα τεσσαρολιρίτικο.

Το στόλισμα της νύφης

Από το πρωί έφτασαν οι φιλενάδες για να στολίσουν τη νύφη. Τη συμβουλεύουν πως θα βγει έξω στη θύρα, πως θα καμαρώσει, πως θα ακολουθήσει το γαμπρό την ώρα που θα την τραβήξει από το χέρι, ότι πρέπει να σύρει εκείνη την ώρα το πόδι της για να τραβήξει κι άλλες σε γάμο κατά το έθιμο. Αφού αλλάζουν τη νύφη την σταυρώνουν στο πρόσωπο με νερό και ασημένιο φράγγο πρώτα ο ιερέας μετά ο πατέρας και όλοι οι στενοί συγγενείς  λέγοντας της καλά στέφανα.

Ο στολισμός της νύφης

Ντύσου στολίσου λυγερή ντύσου στολίσου κόρη

για να φανείς μπρος στον γαμπρό κήπος και περιβόλι.

Όλα τ’ αηδόνια ζήλεψαν κι επέταξαν κοντά σου

κι όλα λαλούσαν κι έλεγαν χαρά στην ομορφιά σου.

Έχεις μαλλιά τετράξανθα στις πλάτες σου ριμμένα.

Άγγελοι σου τα χτένισαν με τα χρυσά τα χτένια.

Έχεις κορμί λεβέντικο, και μέση για κεμέρι,έχεις το μήλο μάγουλο, για δαχτυλίδι χέρι.

Άγγελοι σου ζωγράφισαν το καγκελόφρυδό σου,

με το κοντύλι έφτιακαν, ελιά στο μαγουλό σου.

Όλα τα΄αηδόνια ζήλεψαν κι επέταξαν μπροστά σου,

κι όλα λαλούσαν κι ήλεγαν, χαρά στη ομορφιά σου!

Τριαντάφυλλο της Βενετιά, τι στέκεις μαραμένο;

Μήνα μακριά παντρεύσαι, μήνα σε ξένη χώρα;

Νουδέ μακριά παντρεύομαι, νουδέ σε ξένη χώρα;

Νουδέ μακριά παντρεύομαι, νουδέ  σε ξένη χώρα,

Μον΄τόχω, που χωρίζομαι, από τους εδικούς μου.

Σ΄όσους γάμους κι αν επήγα, σαν τη νύφη μας δεν είδα.

‘Εχει μπάλα σαν φεγγάρι και το φρύδι σαν γαϊτάνι,

ματοτσίνορο δοξάρι και το στόμα δαχτυλίδι,

Δε χωράει σπυρί σταφύλι.

Έχει μέση για κεμέρι και για δαχτυλίδι χέρι.

Το γενικό πρόσταγμα του στολίσματος το έχει μια στολίστρα με πείρα. Η στολίστρα αναλαμβάνει το στόλισμα της νύφης την ημέρα των γάμων της, που θυμίζει την νυμφεύτρια των αρχαίων βοηθώντας την με τον στόλο(στολή νυφιάτικη). Το στόλισμα είχε κάποια ιδιαιτερότητα με το στέμμα στο κεφάλι, τις τραχηλιές με τα φλωριά κ.α. Για νυφικό φορούσαν το γνωστό « μπούλωμα». ‘Ένα αραχνοϋφαντο λευκό ύφασμα ορθογώνιου σχήματος με πλάτος ένα πήχυ και μάκρος ανάλογο με το μπόι της νύφης . Το προσάρμοζαν εφαρμοστά στο κεφάλι της με πολλές δίπλες πάνω από το πρόσωπό της, έτσι ώστε ολόκληρο το πρόσωπο να είναι ελεύθερο και τα μαλλιά να κυκλώνουν το πρόσωπο και ανάμεσα στα μαλλιά περνούσαν σε διάφορα σχήματα τα πολύχρωμα τέλια. Το όλο ντύσιμό της συμπλήρωναν τα άλλα νυφιάτικα ρούχα της. Πρώτο και καλύτερο το «σεγκούνι» της στολισμένο με τα γαϊτανάκια, τις ουτρές και τις χρυσοκλωστές σε διάφορα σχήματα κατά την έμπνευση της στιγμής και τα καλλιτεχνικά γούστα της. Φτιαγμένο από πολλά χρόνια πριν το γάμο το φύλαγε στην «καρσέλα» της διπλωμένο και στολισμένο.Το φουστάνι παρά τη φτώχεια φρόντιζαν να το φτιάξουν από βελούδο ή από μεταξωτό ύφασμα και κεντημένο με διάφορα σχέδια. Το όλο ντύσιμο το συμπλήρωνε η  κεντημένη βελούδινη ποδιά κεντημένη με διάφορα λουλούδια και σχέδια. Τον όλο διάκοσμο συμπλήρωναν οι πλουμιστές κάλτσες και τα τσαρούχια με τις φούντες, τα κοσμήματα, τα χρυσαφικά. Αυτά ήταν: σκουλαρίκια, τραχηλιές, μπροστάρια στο στήθος, (ασημένιες, ή επίχρυσες αλυσίδες με φλωροκαπνισμένα νομίσματα σε δύο, τρεις ή τέσσερες σειρές),οι τοκάδες,οι λογιών λογιών καρφίτσες, φυσικλένιες  ασημένιες ζώνες στη μέση, βραχιόλια, δαχτυλίδια.

Όσο στολίζουν και ετοιμάζουν την νύφη, έξω στην αυλή είναι το σεντούκι της με τα προικιά   όπου επάνω έχουν βάλει ένα αγόρι, για γούρι για να κάνει η νύφη αρσενικά παιδιά.

Μετά το πέρας του φαγητού, ο κουμπάρος δίνει το σύνθημα να φορτωθεί το προικιό στα ζώα. Το φόρτωμα γίνεται πάντα από νέους ανύπαντρους, αγόρια και κορίτσια που να έχουν στη ζωή τους γονείς τους. Τα μεν προσκέφαλα τα παίρνουν τα παιδιά στο κεφάλι, τα ρούχα, στρώμα κ.λπ τά κάνουν δέματα και τα φορτώνουν οι γυναίκες που έχουν ορίσει προηγουμένως οι γονείς. Εάν είναι μακριά τα φορτώνουν στα ζώα. Το προικιό αποτελείτο από τα χοντρά ρούχα(βελέντζες, κιλίμια, τσέργες, σαϊσματα, στρωσίδια, προσκέφαλα κ.α)την κασέλα, τα δισάκια, μεγάλα η μικρά μέσα στα οποία έμπαινε ο ρουχισμός με τα ψιλόρουχα. Την ώρα που φόρτωναν τα προικιά τραγουδούσαν το τραγούδι «…φορτώνουν ξεφορτώνουν καρσέλα μου γραμμένη…»

Μόλις τελείωνε το φόρτωμα του προικιού, ο βλάμης με μια χτένα στο χέρι, μερικά δωράκια για τις στολίστρες, έμπαινε στο δωμάτιο της νύφης  έπρεπε να χτενίσει τη νύφη και να της φορέσει και τα παπούτσια που τα έχει φέρει σ΄ένα τροβά δοσμένα από την αδελφή του γαμπρού. Οι στολίστρες ορμούν να αρπάξουν τα δώρα τους, αλλά εκείνος αντιστέκεται ώσπου να χτενίσει την νύφη.

Τραγουδιέται στο σπίτι της νύφης, ενώ οι κοπέλες την χτενίζουν και της πλέκουν τα μαλλιά:

Από τα τρίκορφα βουνά, γεράκι έσυρε λαλιά.

Πάψτε αέρες πάψετε, απόψε κι άλλην μια βραδιά.

Αγώρου γάμος γένεται, κόρη ξανθή παντρεύεται.

Το χτένισμα της νύφης από το βλάμη είναι η τελευταία πράξη του στολίσματος ενός εθίμου, που χρονολογείται από την αρχαιότητα και γινόταν και τότε όπως τώρα από τις φιλενάδες της και μάλιστα τότε, για τον κόπο τους οι στολίστρες δέχονταν ένα ειδικό γεύμα στο νέο σπίτι από τη νύφη. Τώρα έχουν την πρώτη θέση στο χορό κατά τη διάρκεια του γάμου κι ακολουθούν τη νύφη ως τη Δευτέρα το πρωί σα «φυλαχτάδες».

Ακολουθεί η είσοδος του γαμπρού στο δωμάτιο για να «δωρίσει» στη νύφη και να την «τραβήξει».

Το τράβηγμα την νύφης

Ο γαμπρός πλησιάζει και βλέπει «μπουλωμένη»και στολισμένη την νύφη, την προσέχει για να βεβαιωθεί ότι είναι αυτή που του έδειξαν κι όχι καμιά άλλη. Την οδηγεί προς την έξοδο, και της χαρίζει τα δώρα του(χρυσή αλυσίδα ή καρφίτσα, βραχιόλι, δαχτυλίδι , σκουλαρίκια, τοκάδες, μπροστάρια ένα ή και περισσότερα), ανάλογα με την οικονομική δύναμή του. Μετά το δώρισμα την αφήνει και βγαίνει έξω. Ανεβαίνει καβάλα στ΄άλογό του και περιμένει να δει το «καμάρωμα»της νύφης. Εκείνη οδηγείται από τους συγγενείς προς την έξοδο μαζί και με τις στολίστρες, οι οποίες την προτρέπουν να σύρει το πόδι της στο πάτωμα, να το «σβαρίσει» για να κάνει γούρι να παντρευτούν κι αυτές σύντομα.

Το καμάρωμα της νύφης

Στη θύρα ή το κεφαλόσκαλο, υποχρεωτικά με χαμηλωμένα προς τη γη τα μάτια της, κρατημένη από τους γονείς της κάνει τρεις βαθιές υποκλίσεις προς το πλήθος τις λεγόμενες μετάνοιες ή «καμάρωμα» της νύφης. Έτσι χαμηλοβλεπούσα έπρεπε να είναι ως τη Δευτέρα το πρωί που τελείωνε ο γάμος.

Μετά το καμάρωμα τα όργανα αρχίζουν το τραγούδι του αποχαιρετισμού.

Το πρώτο τραγούδι :

Σειστήτε όρη και βουνά περβόλια και τα δάση

σήμερα τη μανούλα της η νύφη θα τη χάσει.

Μα από χαρά τα δάκρυα κι απ’ τη χαρά τους κλαίουν

κάθε γονιού ν’ αξιώνει ο Θιος παιδιά τους να παντρεύουν.

Κλαίνε απαρηγόρητα και τα πουλιά στα δάση

κλαίει και τούτη η γειτονιά την κόρη που θα χάσει.

Δεύτερο τραγούδι:

Αφήνω γειά μητέρα μου, αφήνω γειά πατέρα μου

-‘Ωρα καλή σοου κόρη μου

-Αφήνω γειά στ΄αδέρφια μου, και γεια στις αδερφάδες.

-Αφήνω γειά γειτόνισσες, και γειά στις φιλενάδες.

-Αφήνω και στη μάνα μου τρια υαλιά φαρμάκι, τόνα να πίνει το ταχύ τ’ άλλο το μεσημέρι, το τρίτο το πικρότερο τις πίσημες ημέρες.

Ανεβάζουν την νύφη στο καλοστολισμένο με χρωματιστά κιλίμια άλογο. Το ψίκι ξεκινά. Μπροστά οι σχαρικιάρηδες μετά ο βλάμης με σηκωμένο το «μπαϊράκι», πίσω τα φορτωμένα προικιά της νύφης και μετά ο γαμπρός με τους δικούς του. Πίσω ακολουθούν η νύφη με τους δικούς της που λέγονται «φυλαχτάδες της νύφης».

Όταν πηγαίνουν τη νύφη καβάλα στο άλογο συνοδεία των μουσικών οργάνων στην εκκλησία για τη στέψη της τραγουδούν:

Νεραντζούλα φουντωμένη πούναι τ’ άνθη σου

πούναι η πρώτη σου ομορφάδα και τα κάλλη σου

φύσηξε βοριάς, αέρας και τα τίναξε

και με τις βροχές ο νότος τ’ αποχάλασε.

Πριν μπουν στην εκκλησία για τη στέψη

Στα πρόθυρα της εκκλησιάς σ’ αυτό το άγιο βήμα

στέκουν δυο βέργια και κλωνιά σφιχτοπερδικλωμένα

μέσ’ στην κορφή στέκει η ελιά με τα χρυσά τα φύλλα

και πάνω στα ξωκλώναρα αετός μαργαριτάρι

να τα βλογήσει ο παππάς να γίνουνε ζευγάρι.

Δεύτερο τραγούδι:

Εκκλησιά μου κουκλωτή-κουκλωτή καμαρωτή

μύρια δέχεσαι κεριά τη Μεγάλη Πασχαλιά

δέξου και τα νιόγαμπρα και τα πρωτοστέφανα

βλόγησέ τα χάρισέ τα για ν’ ανθίσουν να καρπίσουν

πέντε γιους και θυγατέρα γρήγορα για ν’ αποχτήσουν.

πηγή: Ιστορία-Λαογραφία Ιωαννίνων του Χρήστου Κ.Πάντου, φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Posted in Ηπειρώτικος Γάμος | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »

Ηπειρώτικος γάμος αλλοτινών καιρών(μέρος ΙΙ)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 26, 2012

Πως γινόταν το γλέντι

Άρχιζε συνήθως με επιτραπέζια τραγούδια και συνοδεία των οργάνων και κρατούσε αρκετές ώρες. Οι καλεσμένοι χωρίζονταν σε δυο ομάδες, όπως κάθονταν στο τραπέζι η μια απέναντι από την άλλη και διάλεγαν από καναδυό καλούς τραγουδιστές η καθεμιά. Άρχιζε η μια ένα τραγούδι και μόλις τελείωνε τον πρώτο μουσικό στίχο, άφηνε να τον επαναλάβει η άλλη ομάδα. Αυτό γινόταν και από την άλλη πλευρά των καλεσμένων και τα τραγούδια κρατούσαν έτσι πολύ περισσότερο. Ο παπάς ευλογεί την έναρξη και τη λήξη του φαγητού και ύστερα γλέντι ως τα ξημερώματα της Κυριακής.

Την Κυριακή το πρωϊ

«Όλη η βδομάδα του Γαμπρού κι η Κυριακή της Νύφης» λέει ο λαός.

Ξεκινούν οι ετοιμασίες για να πάρουν τη Νύφη. Ετοιμάζεται το «ψίκι» η πομπή, που αποτελείται από τον κουμπάρο, το γαμπρό, στενούς συγγενείς και όσους θα πλαισιώσουν το χορό.  Στην αυλή του γαμπρού ετοιμάζονται για το κούρεμα και το ξύρισμα του γαμπρού. Είναι οι τελευταίες στιγμές της ελεύθερης ζωής του. Ο κουρέας έβαζε τον γαμπρό κάτω από ένα δέντρο και δίπλα έρχονταν τα όργανα για να του τραγουδήσουν και κάτω από τα βλέμματα όλων άρχιζε το τελετουργικό του έργο.

Τραγούδια του γαμπρού

Πρώτα θα λουζόταν ο γαμπρός με τη βοήθεια των φίλων και συγγενών που του έριχναν νερό με τον μαστραπά και του τραγουδούσαν:
Λούζεται τα΄αρχοντόπουλο, σ΄ένα χρυσό λιγένι

Η πάπια φέρει το νερό κι η χήνα το σαπούνι

κι η γιαδερφήν  η γρήγορη, φέρει χρυσό μαντήλι

ο βλάμης του τον έλουζε, κι η νούνα του του ρίχνει

καινούργια βρύση κίνησε, στου νιόγαμπρου την πόρτα.

Να λούζεται (ν) ο νιόγαμπρος,να πλένει ο μπαρμπέρης.

Αργυρό μου μπρίκι και μαλαματένιο,νένε αγάλι-αγάλι σε γαμπρού  κεφάλι.

Λέρα μην αφήνεις και τον ασκημήνεις,

για τον πεθερό του, για την πεθερά του και για την κυρά του.

Το ξύρισμα του γαμπρού

Φέρτε ξυράφια διαλεχτά μέσα από την Ολλάνδα

να ξουριστούν χρυσά μαλλιά με τέτοια ομορφάδα

Γύρισμα

Σήμερα ο νιος ξυρίζεται

το βράδυ αρραβωνίζεται.

Πόσο σου πρέπει ξύρισμα με γεια σου και χαρά σου

και στα γεντσούρια σου με γιο να χαίρεται η καρδιά σου.

Την πρώτη ξυραφιά την τραβούσε κάποιος που είχε και τους δύο γονείς του αν ο κουρέας δεν τους είχε. Την ίδια στιγμή ο βλάμης με την πλόσκα γεμάτη ρακί στο χέρι τρέχει και κερνά αδιάκριτα όποιον βρει μπροστά του κάνοντας γνωστό το γεγονός  κι οι ευχές πάνε κι έρχονται απ΄όλους. Ο γαμπρός μένει σιωπηλός κατά το έθιμο. Μετά ακολουθούσε το ντύσιμο του γαμπρού και του τραγουδούσαν:

Φέρτε του γαμπρού χρυσή αρμάτα, για να στολιστεί να πάει στη νύφη.

-Γαμπρέ μου, ποιος σ΄αρμάτωνε,

Με την ευκή, με την ευκή

-Η μάνα μου μ ‘αρμάτωνε,

Με την ευκή, με την ευκή

-Ο νούνος μ΄αρμάτωνε,

Με την ευκή, με την ευκή

Τ’ αδέρφια μου μάρμάτωναν

Με την ευκή, με την ευκή

Οι φίλοι μου μ’ αρμάτωναν,

Με την ευκή με την ευκή.

Κατά το μεσημέρι ξεκινάει το ψίκι με τον βλάμη με το μπαϊράκι στα χέρια. Οι «σχαρικιάρηδες» φεύγουν πρώτοι για το σπίτι της νύφης για να τους πουν ότι φτάνει ο γαμπρός προετοιμάζοντας τον ερχομό του με τουφεκιές.

Στο δρόμο όλοι τραγουδούσαν:

Κίνα δέντρο μ΄κίνα, κίνα κυπαρίσσι,για να βρεις τη λεύκα, δίπλα να τη στήσεις,

Σύρε ήλιε μ΄σύρε, νάβρεις το φεγγάρι,

για να το πυρώσεις, για να λάμψει ο τόπος, να διαβεί το ψίκι.

Κίνα, δέντρε μ΄κίνα, κίνα κυπαρίσσι, για να βρεις τη λεύκα, τη λυγεροκλαδούσα,

δίπλα να τη στήσεις και να τη γλυκοδροσίσεις.

Όταν πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη

Αυτό τ’ αστέρι το λαμπρό που πάει κοντά στην Πούλια

αυτό μου φέγγει κι έρχομαι κόρη μέσ’ στην αυλή σου.

Χτυπώ τη θύρα δυο φορές το παραθύρι πέντε

σήκω ν’ αλλάξεις κόρη μου να βάλεις τ’ άρματά σου

γιατ’ ήρθαν να σε πάρουνε πεζούρα και καβάλα.

Χίλιοι έρχονται καβαλαριά κι άλλοι χίλιοι πεζούρα

Στην πομπή που κάνει το ψίκι ως το σπίτι της νύφης, ο κόσμος βγαίνει από τα σπίτια και τους ραίνει με ρύζι και αν δεν είχαν γιατί ήταν ακριβό, έριχναν σιτάρι και εύχονται «Η ώρα η καλή». Στο σπίτι της νύφης τα όργανα υποδέχονται τον γαμπρό

Όταν πηγαίνει ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης

Μου μήνυσε η λυγερή να πάω ν’ αρραβωνιάσω

πριν κατεβάσει ο ποταμός και τρέξουν τα λαγκάδια.

Εγώ θα πάω να τη βρω κι αν βρέξει και χιονίσει

και κατεβάσει ο ποταμός και σύρουν τα λαγκάδια

στο δαχτυλίδι μου πατώ στον κρίκο του περνάω.

Με τραγούδια

Κατεβαίνει ο γαμπρός από το άλογο και τα πεθερικά του ρίχνουν στους ώμους μια πετσέτα προσώπου και την κρατάει ως την ώρα που θα τραβήξει τη νύφη. Η μάνα της νύφης κρατάει μεταξωτό μαντήλι και σε μια γωνιά του έχει δέσει χρυσό νόμισμα και περιμένει να τον προυπαντήσει.

Οι οργανοπαίχτες του γαμπρού σταματούν να παίζουν κι αρχίζουν της νύφης.

Τραγουδούν από την πλευρά της νύφης:

Τι είναι αυτοί, που ήρθαν όξω;΄

Οι συμπέθεροι της νύφης.

Λύστε, δέστε τα πουγγιά σας, να κεράσετε τη νύφη.

Δεν στόλεγα μανούλα μου, αυτήν την εβδομάδα,

τους ξένους μην του δέχεσαι, τους ξένους μην του μπάζεις;

Σήμερα περδικούλα μου, ήρθα στο μαχαλά σου.

Χρυσή πλεξούδα σόφερα, να δέσεις τα μαλλιά σου.

Σαν έρθες καλωσόρισες, καλώς και να κοπιάσεις,

κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, να καλοτραγουδήσεις.

Γαμπρέ μου σε παρακαλώ, μα χάρη να μας κάνεις.

Το άνθος που σου δώκαμαν, να μη μας το μαράνεις,

να τόχεις να το χαίρεσαι σαν η μηλιά τα μήλα.

Δεν έρθε τ΄αρχοντόπουλο, στην πόρτα σου να στέκει,

ουδέ να φάει, ουδέ να πιεί, ουδέ να τραγουδήσει,

την κόρη, που του τάξαταν, έρθε για να την πάρει.

Ας κάτσει να φάει, ας κάτσει να πιεί, κι ας καλοτραγουδήσει

κι η κόρη μας είναι έτοιμη, κι αυτή και τα προικιά της.

Στάσου νύφη μ΄σιάσου, σιάσου κι αρματώσου.

Έρθαν να σε πάρουν, όλο παληκάρια με σπαθιά ζωσμένα,

όλο λεβεντάδες, ολαρματωμένα.

Θέλεις να κινήσεις, να αποχαιρετήσεις,τη γλυκιά τη μάνα, τον καλό πατέρα

τα μικρά τ΄αδέρφια και τις φιληνάδες;;

Στη διάρκεια του φαγητού η πεθερά φέρνει στο γαμπρό τα τηγανισμένα «αυγά».Τα αυγά της πεθεράς είναι τηγανισμένα με αγνό βούτυρο και πασπαλισμένα με ζάχαρη για να τον γλυκάνει, να γλυκάνουν οι σχέσεις τους και οι σχέσεις του με τη νύφη να είναι πάντα γλυκιές σαν τη ζάχαρη. Υπάρχουν αυγά και για τους άλλους καλεσμένους όπου τα μοιράζει ο βλάμης πηρουνιά-πηρουνιά  σε κάθε καλεσμένο.

πηγή: Ιστορία-Λαογραφία Ιωαννίνων του Χρήστου Κ.Πάντου/φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Posted in Ηπειρώτικος Γάμος | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Το νοικοκυριό στην Ήπειρο(μέρος I)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 25, 2012

Τάβλα- Σοφράς

Σοφράς-Λαογραφικό Μουσείο «Ελληνικοί χοροί Παραδοσιακή φλόγα «

Ο «Σοφράς» ή σουφράς, ήταν ένα στρογγυλό τραπέζι φαγητού μικρός ή μεγάλος με πολύ χαμηλά πόδια, ως 40 εκατ. ύψος , δεν το χρησιμοποιούσαν μόνο για τραπέζι φαγητού. Οι τρώγοντες κάθονταν σταυροπόδι, εκτός των νέων γυναικών που έτρωγαν στηριζόμενες στα γόνατά τους ή καθισμένες σε μικρά σκαμνιά. Οι άνδρες κάθονται πάνω σε προσκέφαλα σταυροπόδι πάντοτε. Παλαιότερα τραπεζομάντηλα δεν χρησιμοποιούσαν αλλά πάνω στο σοφρά έβαζαν ένα μεγάλο σινί και μέσα σ΄αυτό τα σάνια ή σαγάνια. Στα μεγάλα δείπνα, όπως στην περίπτωση γάμου χρησιμοποιούσαν σουφράδες ορθογώνιες  σε κανονικό ύψος για 10 ή και περισσότερα άτομα και κάθονταν σε ξύλινα καθίσματα. Οι γυναίκες όμως δεν συμμετείχαν στο κοινό με τους άνδρες τραπέζι αλλά σε ξεχωριστό. Πάνω στο σοφρά  έκαναν κι άλλες δουλειές, όπως το πλάσιμο των φύλλων ζυμαριού για τις πίτες, το ζύμωμα της καλαμποκοκουλούρας, των πρόσφορων για την εκκλησιά, των κουλουριών. Πάνω αναποδογύριζαν αμέσως μετά το ξεφούρνισμα τις πίτες, άπλωναν τα σύκα μετά το βράσιμό τους για να γίνουν οι συκομαϊδες κ.α. Ήταν ένα σκεύος που δεν έλλειπε από κανένα σπίτι του χωριού.

 Η γάστρα

Γάστρα

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της ζωής στο χωριό. Δεν θυμάμαι σπίτια στο χωριό που να είχαν φούρνο για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό «στο ταψί».
Η γάστρα ήταν μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι» ή να τη μεταφέρουν με τα χέρια, όταν ήταν κρύα. Πιο κάτω από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ’ αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία συνήθως ήταν από πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, η νοικοκυρά άναβε δυνατή φωτιά με κλάρες που κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω στη φωτιά τοποθετούσε τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά έπεφτε, η νοικοκυρά καθάριζε τη γωνιά, έβαζε το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, το σκέπαζε με τη γάστρα και ύστερα έβαζε τα κάρβουνα και τη ζεστή στάχτη πάνω και γύρω στη γάστρα και σφράγιζε το φορητό φούρνο. Σε δύο ή τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο. Στη γάστρα έψηναν το ψωμί, τις πίτες, τα γλυκά του ταψιού, μπακλαβάδες, κουραμπιέδες, αλλά και φαγητά.Ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Η γάστρα μαζί με την πυροστιά, το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της καθημερινότητας της νοικοκυράς.Το φαγητό στη γάστρα είχε υπέροχη γεύση και νοστιμιά, γιατί σφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και τα έψηνε πολύ σιγά.


Το Σκαφίδι

Σκαφίδι

Το σκαφίδι ήταν μια σκάφη συνηθισμένου μεγέθους, ξύλινη κι εχρησιμοποιείτο μόνο για το ζύμωμα του ψωμιού. Το καλαμποκίσιο ψωμί ήταν η κύρια τροφή των κατοίκων της περιοχής ως και μετά τον πόλεμο του 40. Κι όταν μιλάμε για κάπως πλουσιότερους οικογενειάρχες του χωριού εννοούμε εκείνους που είχαν το καλαμποκίσιο ψωμί εξασφαλισμένο για όλη τη χρονιά. Για να ζυμωθεί το καλαμποκίσιο ψωμί ήταν απαραίτητο το σκαφίδι γιατί δεν πρόκειται ακριβώς για ζύμωμα  καλύτερα να λέμε για ανακάτωμα. Έβαζαν το αλεύρι στη μέση του σκαφιδιού, σαν κάθετο τείχος κι από τη μια πλευρά του έριχναν το ανάλογο αλάτι και  το προζύμι κι από την άλλη το ζεματιστό νερό. Με μια μεγάλη ξύλινη χουλιάρα(κουτάλα)έσπρωχναν λίγο- λίγο το αλεύρι προς το νερό και τ τ΄ανακάτωναν  για να μουσκέψει και να ποτίσει καλά με το ζεματισμένο νερό αλλιώς θα μύριζε καλαμποκίλα. Έπρεπε να το πετύχουν σε κατάλληλη ρευστότητα για να γίνει καλό το ψωμί. Εκεί στην άκρη του σκαφιδιού το άφηναν ώσπου να γίνει η ζύμωση κι ύστερα το μετέφερναν στο ταψί για να το ψήσουν σε λίγο.

Ζύμωναν κι ένα άλλο είδος καλαμποκίσιου ψωμιού, την κουλούρα. Αυτή γινόταν χωρίς προζύμι, ήταν άζυμο ψωμί, που το ζύμωναν ξερό όσο μπορούσαν και το φούρνιζαν αμέσως. Όταν ψηνόταν κι έβγαινε ζεστή τρωγόταν θαυμάσια με ελιές ή τυρί, ενώ κρύα ήταν καλή τριμμένη σε ζεστό γάλα. Την άλλη μέρα δεν τρωγόταν καθόλου, έμοιαζε σαν ασβέστης.

  Το σίδερο 

Το σίδερο ήταν κατασκευασμένο από χοντρό μέταλλο. Η χειρολαβή του ήταν από ξύλο για να μην καίει τα χέρια αυτού που το χρησιμοποιούσε. Ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: το κάτω και το πάνω. Το κάτω ήταν βαθουλό και μέσα έμπαιναν τα κάρβουνα. Το πάνω ήταν λεπτό και χρησίμευε σαν πώμα για να κλείνει το σίδερο. Επίσης υπήρχε ένα πύρος στο κάτω μέρος που ασφάλιζε με το σύρτη στο πάνω μέρος. Όταν η θερμοκρασία του σιδέρου άρχιζε να πέφτει, η νοικοκυρά κουνούσε το σίδερο δεξιά αριστερά για να αναζωπυρωθούν τα κάρβουνα και εν συνεχεία σιδερώνανε τα ρούχα.


ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΡΟΥΧΩΝ

Φόρτωναν στο γαϊδουράκι τα ρούχα, το καζάνι,τη σκάφη, τη στάχτη για αλισίβα, το κοπάνι κι έφταναν  στις πηγές. Πήγαιναν δύο τρεις μαζί οι νοικοκυρές. Άναβαν τη φωτιά κι άρχιζαν το πλύσιμο λέγοντας ταυτόχρονα κι όλα τα νέα του χωριού .

Για τoν καθαρισμό  των ρούχων χρησιμοποιούσαν στάχτη, την αλισίβα.Έβαζαν τα ρούχα σε μια κόφα ή καλάθι με διάτρητη βάση πάνω σ΄ένα ταψί ή μια σκάφη για να μαζεύουν τα νερά. Μετά το πρώτο χέρι πλυσίματος με σαπούνι τα βάζανε στη κόφα. Από πάνω στρώνανε ένα σταχτοπάνι  πάνω στο λευκό πανί έριχναν δύο χούφτες κοσκινισμένη στάχτη. Παράλληλα έβραζαν στο καζάνι νερό στο οποίο είχαν  κοσκινισμένη στάχτη για να φτιάξουν αλισίβα. Με το βράσιμο του νερού η στάχτη καθότανε στον πάτο του καζανιού.

Ρίχνανε καυτό νερό πολύ συχνά που περνούσε μέσα από την στάχτη και πότιζε τα ρούχα  σιγά- σιγά, ώστε να περάσει από όλα τα ρούχα και τα αφήνανε 1,5 με 2 ώρες ή όλο το βράδυ. Στο κάτω μέρος έβαζαν τα σκούρα χρωματιστά ρούχα και επάνω τα λευκά. Μετά τα ξεπλένανε  με άφθονο νερό.

Για το πλύσιμο των χοντρών μάλλινων ρούχα πήγαιναν  συνήθως σε ποτάμια και πηγές όπου υπήρχε  άφθονο νερό αλλά και μέρος  για το πλύσιμο και κοπάνισμα των ρούχων. Πρώτα τα αφήνανε να μουλιάσουν μέσα στο νερό μετά  τραβώντας τη μία άκρη τα κοπάνιζαν σε επίπεδο μέρος  με το κοπάνι και διπλώνοντάς τα λίγο-λίγο συνέχιζαν να τα χτυπούν, ώστε να κοπανίσουν όλο το ρούχο για να φύγουν οι βρωμιές,  Στο τέλος τα ξεπλένανε με άφθονο νερό. Τα άπλωναν στα κλαδιά των θάμνων να στεγνώσουν και το απόγευμα ή το βράδυ επέστρεφαν στο σπίτι.
Ο κόπανος ή κοπάνι που χρησιμοποιούσαν ήταν ένα ξύλινο εργαλείο μήκους  70 εκ. το μισό ήταν φαρδύ  για να χτυπά τα ρούχα και στην άκρη κατέληγε  λεπτό και κυκλικό για να πιάνεται με το χέρι.

Έπίσης  για το πλύσιμο των χοντρών ρούχων πήγαιναν και στη νεροτριβή. Μεταφέρανε τα ρούχα στο μύλο, τα  ρίχνανε μέσα στη νεροτριβή και αφού  καθαρίζανε με την πίεση και περιστροφή του νερού, τα βγάζανε, τα αφήνανε να στεγνώσουν στον ήλιο.

πηγή: Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα του Σπύρου Στούπη/φωτο:Λαογραφικό Μουσείο -Ελληνικοί χοροί-Παραδοσιακή φλόγα


Posted in ΠΑΡΑΔΟΣΗ | Με ετικέτα: , , , , , , , | Leave a Comment »

Ηπειρώτικος γάμος αλλοτινών καιρών (μέρος Ι)

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 24, 2012

Ηπειρώτικος Γάμος

Ο Ηπειρώτικος γάμος των αλλοτινών καιρών ήταν ένα μεγάλο γεγονός όχι μόνο για το χωριό αλλά και για τα γειτονικά χωριά για αυτό και ήταν ίσως τόσο εμπλουτισμένος πολλές με διαφορετικές  τελετουργικές πράξεις.

Υπήρχαν πολλές διαφορές των εθιμοτυπικών στοιχείων του γάμου τόσο ανάμεσα στους τέσσερις νομούς της Ηπείρου όσο ακόμα και σε γειτονικά χωριά του ίδιου νομού.

Θα προσπαθήσουνε να αναφέρουμε  όσο το δυνατόν περισσότερο εθιμοτυπικά και τελετουργικά στοιχεία του Ηπειρώτικου γάμου.

Το Προξενιό

Όλοι οι γάμοι τότε ξεκινούσαν με το προξενιό. Ήταν νόμος ηθικής της εποχής αλλά και του τόπου. Οι γονείς φρόντιζαν να τα παντρέψουν τα παιδιά ως τα δεκαοχτώ τους γιατί μετά θεωρούσαν ότι ήταν πολύ αργά και ανησυχούσαν για την αποκατάστασή τους.

Η επιλογή γινόταν από τον πατέρα και για την επιλογή της νύφης έδιναν  ιδιαίτερη σημασία στην σωματική διάπλαση και την ευρωστία της για να μπορεί να κάνει γερά παιδιά και πάνω από όλα να μπορεί να αποδίδει στην δουλειά. Η καλή προίκα πολλές φορές κάλυπτες τυχόν σωματικές ή ψυχικές ατέλειες της νύφης και έδινε  και το χαρακτηρισμό  ότι ήταν από «μεγάλο τζάκι».

Ο πατέρας θα μπορούσε να χειριστεί ο ίδιος το θέμα του γάμου ή να το αναθέσει σε έμπειρη προξενήτρα όπου πάντα σχεδόν τα έφερνε εις πέρας όλα τα προξενιά.

Ο Αρραβώνας

Στα περισσότερα μέρη απέφευγαν τον αρραβώνα  γιατί θα ήταν ένας λόγος να συναντιέται το ζευγάρι και η φήμη του κοριτσιού δεν θα ήταν ανέπαφη. Γι αυτό αρραβώνας και γάμος γινόταν μια και καλή.

Αν το προξενιό γινόταν σε ευκατάστατη  οικογένεια τότε ο αρραβώνας ήταν επίσημος με την παρουσία του ιερέα της περιοχής και μετά ακολουθούσε γλέντι.

Τοποθετούσαν επάνω στο  κέντρο του τραπεζιού  την «μπουγάτσια» ( ψωμί σιταρένιο ειδικά ζυμωμένο γι΄αυτό το σκοπό στολισμένο στην επιφάνεια με διάφορα σχέδια καμωμένο από τη νοικοκυρά με το πηρούνι  ή με άλλο λεπτό αντικείμενο, ένα μεγάλο σταυρό στη μέση και τα αρχικά γράμματα του ονόματος των μελλονύμφων) έβαζαν επάνω τα  δαχτυλίδια κι ευλογούσε ο παπάς διαβάζοντας τα ιερά γράμματα της ακολουθίας του αρραβώνα, άλλαζαν τα δαχτυλίδια κι αμέσως έκοβε τη μπουγάτσια σε κομμάτια σαν αντίδωρο και μοίραζε από ένα σε κάθε παρευρισκόμενο. Αντάλλασαν και τα δώρα του αρραβώνα χρυσαφικά, χρυσά βραχιόλια, αλυσίδες, τοκάδες, ζώνες, περιδέραια(τραχηλιές), φλωροκαπνισμένα, μπροστάρια, σκουλαρίκια κ.α. Ακολουθούσαν τα κεράσματα με το ρακί και οι ευχές έδιναν κι έπαιρναν ώσπου να σερβιριστεί το φαγητό.

Μετά το δείπνο τις περισσότερες φορές άρχιζαν τα επιτραπέζια τραγούδια και αν τα οικονομικά της οικογένειας επέτρεπαν έφερναν και τα όργανα και άρχιζε το γλέντι ως το ξημέρωμα.

Τραγούδι σε αρραβωνιασμένο:

Σαν κίνησε ο νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει

ούτε τα ρούχα του έβαλε ούτε ζωνάρι εζώστη

κι η μάνα του του φώναζε κι η μάνα του του λέει.

Γύρισε πάρ’ το ρούχο σου ζώσου και το ζουνάρι

και σύρε ν’ αρραβωνιαστείς την ακριβή την κόρη.

Γύρεψε βόδια στο ζυγό γελάδια στην αγέλη

μούλαις φοράδες κι άλογα κι ασέλλινο πουλάρι.

Εκεί που πάνω μάνα μου εγώ ν’ αρραβωνιάσω

ούτε για ρούχο με ρωτάν ούτε και για ζουνάρι

εκεί τηράν τα νειάτα μου τηράν την ομορφιά του

κι εγώ τα πλούσια τα προικιά στον νου μου δεν τον έχω

τον έχω για της λυγερής τα μάτια και τα φρύδια.

Στο τέλος της τελετής καλούσαν και την προξενήτρα και της έδιναν την αμοιβή της για το αίσιο τέλος των διαπραγματεύσεων. Η αμοιβή της μπορούσε να είναι ένα απλό δωράκι συμβολικό, ένα ζευγάρι κάλτσες που τις έπλεξε η νύφη, ένα μαντήλι, μια ποδιά ή και χρήματα ακόμα όταν η περίπτωση ήταν δύσκολη και η νύφη πολύ επιθυμητή, το χρηματικό ποσό ανέβαινε αναλόγως ή συσχετιζόταν και με το μέγεθος της προίκας. Η παράδοση αναφέρει πως το πιο συνηθισμένο δώρο της προξενήτρας  ήταν ένα ζευγάρι τσαρούχια. Στο λογόδοσμα ή στην τελετή των αρραβώνων προσδιόριζαν και την ημερομηνία τέλεσης του γάμου.

Στον προξενητή

Ποιος ήταν ο προξενητής που νάχει φάει κανέλλα

π’ αντάμωσε χρυσό αετό με τέτοια περιστέρα

Γύρισμα

Ήλιος ήταν Προξενητής

αυγερινός στεφανωτής.

Αξίζεις κυρ προξενητή φλωριά με το καντάρι

π’ αντάμωσες μια τέτοια νια με τέτοιο παλληκάρι.

Ο Γάμος

Τα πρόσωπα του γάμου εκτός από το ζευγάρι άλλα πρόσωπα που παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της τελετής είναι ο κουμπάρος, ο βλάμης, οι υπηρέτες, οι σχαρικιάρηδες, οι καλεσμένοι και οι συμπέθεροι. Είναι πρόσωπου που το καθένα έχει τη θέση του και παίζει το ρόλο του όταν το απαιτούν οι περιστάσεις και το επιβάλλει το έθιμο. Είναι ρόλος αυστηρά καθορισμένος και με ακρίβεια τοποθετημένος εθιμοτυπικά την ώρα ακριβώς που πρέπει. Η θρησκευτική πλευρά του γάμου καλύπτεται με το πρόσωπο του ιερέα. Χωρίς παπά γάμος δε γίνεται.

Ο κουμπάρος

Είναι πρόσωπο πολύ σεβαστό και πολύ γνωστό στην οικογένεια του γαμπρού. Αυτός βάφτισε το γαμπρό και πιθανόν κι όλα τα αδέρφια του. Είναι ο πνευματικός πατέρας και ο λόγος του έχει μεγάλη πέραση στην οικογένεια. Είναι ο τελετάρχης του γάμου. Θα πάνε να τον πάρουν από το σπίτι του με ιδιαίτερη επισημότητα. Ξεκινά η πομπή με τα όργανα και πολλούς καλεσμένους διέρχεται μέσα από τους δρόμους του χωριού και φτάνει με τραγούδια, χορούς και τον παίρνουν και τον φέρνουν στο σπίτι του γαμπρού για να αναλάβει τα υψηλά καθήκοντά του. Τοποθετείται στην κεφαλή του τραπεζιού και χαίρει ιδιαίτερης περιποίησης.

Ο βλάμης

Είναι ο αδελφοποιητός του γαμπρού και αποκτούσε τη σχέση αυτή από μικρή ηλικία με ειδική τελετή. Οι δύο φίλοι παρουσιάζονταν στον παπά του χωριού, τους διάβαζε μερικές ευχές, προκαλούσε στις παλάμες των χεριών τους ελαφρά  αιμορραγία κι έσμιγε το αίμα τους να γίνουν έτσι «αδέρφια». Ο βλάμης στο γάμο ήταν αμέσως μετά τον κουμπάρο το σημαντικότερο πρόσωπο, όσον αφορά τη διεξαγωγή του. Ήταν το εκτελεστικό όργανο του κουμπάρου, που διηύθυνε όλο το υπηρετικό προσωπικό κι είχε την ευθύνη της εξυπηρέτησης όλων των καλεσμένων στο γεύμα. Άρχιζε πρώτος και τελείωνε τελευταίος. Δική του ευθύνη ήταν η αποστολή των προσκλήσεων σε όλους του συγγενείς. Το τελετουργικότερο καθήκον του ήταν το «κράτημα» του μπαϊρακιού.

Οι γονείς

Ο γάμος ήταν μια σκληρή δοκιμασία για τους γονείς και κυρίως για τα κορίτσια. Από τη μικρή του ηλικία φρόντιζαν να φτιάξουν την προίκα του. Μια προίκα από  ψιλά ρούχα (μαντίλια κάλτσες),χοντρά (στρωσίδια και βελέντζες). Το ίδιο το κορίτσι άρχιζε από τη σχολική του ηλικία να πλέκει τα δικά του ρούχα, να γνέθει το νήμα, να κεντά. Οι γονείς έπρεπε να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα κρέατα και όλα τα υλικά  μαγειρικής για να δώσουν στους καλεσμένους φαγητό, να συμφωνήσουν στα όργανα.

Η προετοιμασία

Η προετοιμασία του γάμου άρχιζε από την Πέμπτη το πρωί και τελείωνε τη Δευτέρα το μεσημέρι. Ο βλάμης την Πέμπτη έβγαινε στην αυλή του σπιτιού του γαμπρού και πυροβολούσε τρεις φορές, σημάδι της αρχής του γάμου. Ο ήχος των ντουφεκιών μετέφερε το μήνυμα προετοιμασίας για το μεγάλο γλέντι. Ήταν η λεγόμενη «μπογιά» του γάμου. Κι ονομάστηκε μπογιά γιατί ο γαμπρός αυτή την ημέρα έστελνε στη νύφη στολίδια και άλλα δώρα.

Τά ψωμιά τοῦ γάμου.-

-Τ’ αλέσματα: Το άλεσμα το πηγαίνει ένα κορίτσι στο μύλο που να έχει τους γονείς όλα τα΄αλέσματα σταματούν για ν’αλέσει ο γάμος. Το άλεσμα του γάμου δεν ξαναγιάζεται δηλ. δεν παίρνει δίκιο ο μυλωνάς διότι δεν προκόβουν τα νιόγαμπρα. της. Τότε  όλα τ΄αλέσματα σταματούν για ν΄αλέσει ο γάμος

-Το ανάπιασμα των προζυμιών. Το ζύμωμα

Την Τρίτη το βράδυ αναπιάνουν το προζύμι στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης το Σάββατο. Την μπογάτσια την Τετάρτη.

-Όταν αναπιάσουν το προζύμι. Το προζύμι το προμηθεύονται από το ίδιο του σπιτιού που φτιάχνουν το ψωμί. Το αναπιάνουν κοπέλες και νυφάδες.

-Κουλούρα

Η γνωστή κουλούρα παρασκευαζόμενη σ΄ορισμένες περιπτώσεις μ΄ιδιαίτερη φροντίδα, κατέχει μια ιδιαίτερη συμβολική σημασία στα έθιμα του τόπου, πάντοτε για καλό. Έτσι στο γάμο όταν το ψίκι προερχόμενο από εκκλησία που έγινε η στέψη φθάσει στην εξώπορτα του σπιτιού του γαμπρού σταματάει. Εκεί στέκοντας στο μέσον της πόρτας οι νεόνυμφοι, η νύφη ρίχνει μια κουλούρα μέσα στην αυλή που περιμένουν να την αρπάξουν οι συγκεντρωμένοι. Άλλη μια τέτοια προσφέρει εκείνη τη στιγμή σ΄ένα συγγενικό αγόρι του γαμπρού που το σηκώνει στην αγκαλιά της και τελειώνει μ΄αυτό, ο συμβολισμός της ευτυχίας, που φέρνει στο νέο σπιτικό της αμέσως μόλις πατήσει στο κατώφλι της αυλόπορτά του. Την επομένη μέρα δίνουν μια άλλη στους νεονύμφους που πρέπει να διαχωρήσουν  τραβώντας ό ένας από τη μια μεριά ο άλλος από την άλλη με το δεξί χέρι.

Παρουσία συγγενών και φίλων. Όποιος κόψει το μεγαλύτερο κομμάτι θεωρείται νικητής, με την ερμηνεία πως έχει το μεγαλύτερο σόι. Την αδύναμη όμως μπροστά στο γαμπρό υποτίθεται νύφη, ενισχύουν στο τράβηγμα από πίσω και άλλες γυναίκες. Η συγκεκριμένη σκηνή σκοπό έχει να δώσει θάρρος στους νεονύμφους , αναμεταξύ τους, οι πολλές φορές ήταν γνωστοί μόνον εξ΄όψεως ή και τελείως άγνωστοι.

Την ίδια στιγμή οι γυναίκες μέσα στο σπίτι «έπιαναν τα προζύμια»για να ζυμώσουν τα ψωμιά του γάμου. Από τα προζύμια αυτά το πρώτο ψωμί που έφτιαχναν ήταν η «μπουγάτσια» του κουμπάρου με τον σταυρό στη μέση και με άλλα στολίδια. Την τύλιγαν με ένα καλό κεντητό μεγάλο μαντήλι και την έστελναν στον κουμπάρο. Αυτό ήταν το επίσημο προσκλητήριο για το γάμο. Πρώτη φροντίδα το «κανίσκι» για τους καλεσμένους. Στο σπίτι της νύφης ετοίμαζαν και δίπλωναν τα προικιά για τη μεταφορά στο σπίτι του γαμπρού.

 Την παραμονή όταν κοσκινίζουν τ’ αλεύρια για τα ψωμιά του γάμου

Τρισεύγενη στο γάμο σου στα αρρεβωνίσματά σου

τα χιόνια αλεύρια να γενούν και τα πουλιά ποτήρια

κι η θάλασσα γλυκό κρασί και τα καράβια κούπες

τα κύματα γριβόλογα να ρθουν οι συμπεθέροι

Την Παρασκευή το πρωϊ ο βλάμης μ΄έναν ή περισσότερους φίλους του έπαιρνε από τους γονείς του γαμπρού τον κατάλογο των καλεσμένων για το γάμο και γύριζε από σπίτι σε σπίτι καλώντας τους . Το κάλεσμα ήταν ένα καρύδι ή ένα αμύγδαλο ή ένα ξερό σύκο, ένα λουκούμι, μια καραμέλα ή ακόμα ένα ποτήρι ρακί.  Οι καλεσμένοι της Παρασκευής είναι οι στενοί συγγενείς και φίλοι και λέγοντα διπλά καλεσμένοι. Το κάλεσμα έχει σημασία αν είναι διπλό ή μονό. Το διπλό έχει άλλο κανίσκι. Περιλαμβάνει ένα ποδάρι κρέας, το ένα τέταρτο του σφαγίου και μια μπουγάτσια(ως τρία κιλά ψωμί).Το πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης το Σάββατο το βράδυ για να το έχει ο μάγειρας στη διάθεσή του ώστε να κανονίσει τις μερίδες του φαγητού. Οι μονά καλεσμένοι είχαν την υποχρέωση να βάλουν στο κανίσκι τους μια πίτα, μερικά μεζεδάκια και τσίπουρο. Το κανίσκι τους το πήγαιναν στης νύφης την Κυριακή το μεσημέρι και στου γαμπρού την Κυριακή το βράδυ. Έτσι κάθε καλεσμένος διπλά ή μονά με το κανίσκι του συμμετείχε στα γενικά έξοδα του γάμου. Ήταν η καλύτερη λύση για τις όχι και τόσο οικονομικά εύρωστες οικογένειες.

Το Σάββατο το πρωί ο βλάμης ξεκινά το στόλισμα του μπαϊρακιού. Για στολίδια μπαίνουν τρία ή πέντε μαντήλια του χεριού, τρία ρόδια(σύμβολα γονιμότητας)και κλαδιά δάφνης ή ελιάς. Το ανέβαζε στολισμένο στο πιο ψηλό  σημείο της αυλής του σπιτιού ώστε να φαίνεται από παντού και πυροβολούσε τρεις φορές ή πέντε πάντα σε μονό αριθμό.

Μετά μοίραζε τα μονά καλέσματα με τον ίδιο τρόπο που μοίρασε τα διπλά την προηγούμενη μέρα. Έβρισκε επίσης τους κατάλληλους για την προετοιμασία του τραπεζιού και για ότι άλλο είναι απαραίτητο για την προετοιμασία.

Ο νοικοκύρης υποδέχεται το μεσημέρι του Σαββάτου ή το απόγευμα τα όργανα τα οποία δωρίζοντάς τους από ένα χειρομάντηλο και κερνώντας τους ένα ρακί. Τα όργανα αναγγέλλουν τον ερχομό τους με τραγούδια.

Ο βλάμης υποδεχόταν τους καλεσμένους, παραλάμβανε το κανίσκι και τους τακτοποιούσε στο τραπέζι. Ο κάθε φίλος «υπηρέτης»φορούσε την ειδική για το γάμο ποδιά, δώρο του νοικοκύρη φτιαγμένη από ένα κομμάτι βαμβακερό ύφασμα για να μην λερώνονται. Το σούρουπο σταματάει το γλέντι και  τα όργανα με τον βλάμη και τους καλύτερους χορευτές ξεκινάνε για να παραλάβουν τον κουμπάρο από το σπίτι του . Ο κουμπάρος τους ακολουθεί με το «κανίσκι» του και πρόσωπα δικά του τον ακολουθούν στην πομπή και στο τραπέζι είναι οι λεγόμενοι «παρακούμπαροι».

πηγή:Ιστορία-Λαογραφία Ιωαννίνων Χρήστος Κ.Πάντος/φωτο:Κώστας Μπαλάφας

Posted in Ηπειρώτικος Γάμος | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: