"Ο ΠΥΡΡΟΣ"

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Ηπειρώτες λογοτέχνες

Ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Δεκέμβριος 30, 2012

φωτο:Κώστας Μπαλάφας

φωτο:Κώστας Μπαλάφας

Στα έντεκα έμεινε ορφανός από πατέρα. Τον έχασε πίσω στην Θεσσαλία. Αγωγιάτης απ’ τους λίγους ο μπάρμπα Δημήτρης πήγαινε στη Λάρισα να πουλήσει δυο άλογα και έπεσε με το φορτηγό του σε μια χαράδρα. Γυμνάσιο δεν πρόλαβε να πάει, πέταξε από πάνω του γρήγορα τις παιδικές συνήθειες, έβαλε στην πλάτη την υπόλοιπη οικογένεια και κατάπιε κάθε πόνο μπροστά στο οικογενειακό καθήκον: τέσσερα μικρότερα παιδιά και τρία κορίτσια, πώς να αφήσει τη μάνα του να παλεύει μονάχη; Εκείνη κράτησε τους κήπους και το σπίτι και αυτός πήρε τα γίδια. Για όλη του τη ζωή, χειμώνα-καλοκαίρι, απ’ το πρωί ως το βράδυ και ξανά το επόμενο ξημέρωμα. Χωρίς άλλη επιλογή, μα δίχως παράπονο.

Τους χειμώνες, με τα πολλά χιόνια και τις λάσπες απ’ τα ρέματα και τα γύρω βουνά η διαδρομή ήταν μικρή και δύσκολη: ως κάτω τη γέφυρα και το μύλο και από εκεί ως τον Ντούναβο και πάλι πίσω. Ίσα να ξεπιαστούν τα ζώα και εκείνος. Μα σαν έσκαγε η άνοιξη και πρασίνιζε λιγάκι η φύση ποιος τον έπιανε τον Χρήστο. Δικά του όλα τα βουνά, δικές του και οι πέτρες. Από τον Άη Δημήτρη μέχρι πίσω στην Κηπίνα, μια στάση στο παλιό γεφύρι για κολατσιό και ύστερα μέχρι πάνω το μοναστήρι. Ή πάλι απ’ το χωράφι του Τζήμα στην Παλιογκορτζιά ως πέρα το εκκλησάκι της Παναγιάς, ένα κερί για το νεκρό του και κύκλος μέχρι κάτω τις πεζούλες της Αλέξως. Χοροπηδούσαν τα γίδια μες τα πουρνάρια και τις ρήπες, χοροπηδούσε και αγαλλίαζε και η καρδιά του Χρήστου. Και όταν βαριόταν τις ανηφόρες, έπιανε τον Άραχθο, μέχρι πέρα τους Μελισσουργούς ή αντίθετα ως το Μιχαλίτσι.

Τα χέρια του έγιναν από νωρίς σκληρά και άγρια. Το βλέμμα του βάθυνε με τον καιρό και την ταλαιπωρία, έσφιξε κάτω από τα μεγάλα σμιχτά φρύδια του, μες τα κατακόκκινα μάγουλά του, πίσω από τα μεγάλα του μουστάκια. Γκρεμοί, χαράδρες, κοτρόνες και από πάνω ουρανός η καθημερινή θέα της ζωής του. Μιλούσε με τα ζώα του, τα μάλωνε που ήταν ανάποδα και τρελά, χάιδευε τα σκυλιά του και έμενε να αγναντεύει καμιά φορά ως πέρα τις κολώνες στο Συρράκο και άνοιγε η καρδιά του.
Όλα για την οικογένεια. Έστειλε τα αδέρφια του να μάθουν μια τέχνη, άλλα στα Γιάννενα, άλλα στην Αθήνα, πάντρεψε και τις αδερφές του και έστειλε τη μάνα έξι μήνες στα κορίτσια να γλιτώσει τα πολλά κρύα. Εκείνος έμεινε με τον αδερφό του τον Γιάννη στο χωριό, έκτισε μόνος του το σπίτι του κοντά στο πατρικό του, έφτιαξε μεγαλύτερο το κοπάδι, μικροπαντρεύτηκε την Αντιγόνη, έκαναν τρία κορίτσια, τη Βασούλα, τη Βούλα και τη Δημητρούλα, η μια πιο όμορφη απ’ την άλλη και ένα αγόρι με καστανά μάτια ίδια με του πατέρα του, το στερνοπούλι του τον Δημητράκη. Ό,τι μπορούσε πρόσφερε στα παιδιά του. Παρά τις δυσκολίες. Ποτέ δεν τα έβαλε να αρμέξουν, ποτέ δεν τα πήρε μαζί του στα γίδια. «Να τελειώσουν το σχολείο, να κάνουν κάτι στη ζωή πιο πέρα από εμάς» έλεγε και έπινε αθόρυβα το τσιπουράκι του στα καφενεία. Ο πρώτος ήχος του χωριού ήταν τα κουδούνια απ’ τα ζώα του Χρήστου, μες τα καλντερίμια και ύστερα από τα απέναντι βουνά. Ούτε Κυριακές, ούτε γιορτές φύλαξε. Δύσκολη και σκληρή η ζωή του. Από μικρό παιδάκι ως το τέλος.

Πέθανε πριν μερικές μέρες, ένα μήνα πριν τη γιορτή του στα 57. Από καρδιά. Μπαμ και έξω. Ταΐσε τα γίδια, τα άρμεξε, τα σκούπισε, ήπιε λίγο κρασί, ξάπλωσε δίπλα στο τζάκι και δεν ξαναξύπνησε. Δουλευταράς από την πρώτη μέρα ως την τελευταία, τίμιος όσο λίγοι, φιλότιμος και γενναιόδωρος, ο Χρήστος Χήτας υπήρξε ένας από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους όταν ήμουν παιδί. Χαμογελαστός και με καρδιά μάλαμα, πάντοτε νοιαζόταν για την πρόοδό μου, αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου και τον παππού μου, μας κουβαλούσε πάντα ό,τι είχε: γάλα, τυρί, ξυνόγαλο. Μετρούσε όλες του τις λέξεις και όλες τις εννοούσε. Και όταν ο παππούς μου έχασε τη γιαγιά μου και ανέβαινε πια για δεκαπέντε μέρες στο χωριό κάθε καλοκαίρι, ο Χρήστος ήταν πάντα εκεί, «Ό,τι θέλει ο μπάρμπα Γιάννης» έλεγε και του χτυπούσε με τρυφερότητα την πλάτη, λες και συναισθανόταν τον πόνο ενός μεγάλου ανθρώπου που έχασε γυναίκα και τόπο στα γεράματα.

Σωστός απόγονος του Κατσαντώνη, τυραννημένος όσο λίγοι στη ζωή, στο πρόσωπό του κουβαλούσε πολλές ιστορίες της Ηπείρου και των δυσκολιών της. Στην κηδεία του η μάνα του πρώτη ξεκίνησε το τραγούδι. Ίδιο με εκείνο που τραγούδησε και στην κηδεία του μακαρίτη του άνδρα της. Πίσω της όλο το χωριό. Στο δρόμο για το νεκροταφείο από τις γύρω πλαγιές αντηχούσαν ρυθμικά κουδούνια και βελάσματα. Για τον Χρηστάκη, την κουρασμένη του ζωή και το άδικο του κόσμου.

της Νίκης Κόλλια

πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=20458

 

Advertisements

Posted in ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ, Λογοτεχνία, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

» Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ «

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 13, 2012

   Μάνα κράζει το παιδάκι

   Μάνα ο γιος και  μάνα ο γέρος                                    

   Μάνα ακούς σε κάθε μέρος

   Αχ! Τι όνομα γλυκό.

   Τη χαρά σου και τη λύπη

   Με τη μάνα τη μοιράζεις

   Στοργικά την αγκαλιάζεις

  Δεν της κρύβεις μυστικό…

                                                            (   Γ. Μαρτινέλλης.)

Η  γιορτή της μητέρας αποτελεί φόρο τιμής και ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς της στην οικογένεια, την κοινωνία και το έθνος.

Στην αρχαία Ελλάδα γιορταζόταν το Μάιο μήνα και ήταν αφιερωμένη στη θεά Γαία, μητέρα θεών και ανθρώπων.

Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η γιορτή της μητέρας, που  ήταν αφιερωμένη στη θεά Κυβέλη, γιορταζόταν το Μάρτιο μήνα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο αγώνας της δασκάλας Άννας Τζάρβις στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για την καθιέρωση της γιορτής της μητέρας, δικαιώθηκε  το 1914, με την καθιέρωση της γιορτής, την 2η Κυριακή του Μάιου.

Στην Ελλάδα, η γιορτή της μητέρας  αρχικά καθιερώθηκε  το 1929 να εορτάζεται μαζί με τη γιορτή της Υπαπαντής.

Τελικά στη δεκαετία του 1960 , η γιορτή αποφασίσθηκε να γίνεται τη 2η Κυριακή του Μαΐου.

Μάνα, Μητέρα, Μαμά!

Σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, το όνομά της μητέρας έχει την ίδια γλυκύτητα , τον ίδιο συμβολισμό, πιστό αντίγραφο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ο λόγος της βάλσαμο, η μορφή της αποπνέει αγιοσύνη,  οι πράξεις της σύμβολο αυτοθυσίας.

Η προσφορά της ένας αδιάκοπος αγώνας χωρίς προσμονή ανταπόδοσης, η θέλησή της αδάμαστη, το κουράγιο της ακατάβλητο, το χαμόγελό της θείο.

Αστείρευτη πηγή δύναμης, μπροστάρισσα στους αγώνες της ζωής,  παρούσα στις καθημερινές δυσκολίες, ένα υπέροχο   ποίημα, μία θεϊκή έμπνευση, ένα μαγικό άγγιγμα, ένα θεϊκό δώρο στους ανθρώπους.

Η παγκόσμια λογοτεχνία, ασχολήθηκε εκτενέστατα  με το φαινόμενο της μητέρας και έχει δώσει αριστουργήματα λόγου και τέχνης, σε αξιόλογες εκδόσεις συγγραφέων, μεταξύ των οποίων ο  Μαξίμ Γκόρκι, η Πέρλ Μπακ και ο σύγχρονος Πάολο Κοέλιο.

 Με μαεστρία  και τρόπο αριστουργηματικό , αληθινές πολλές φορές  ιστορίες και γεγονότα διαπερνούν τις σελίδες των βιβλίων τους αναδεικνύοντας την ηρωική μέχρι αυτοθυσίας μορφή τους.

Αγάπη, στοργή και αισθήματα προσφοράς και αυτοθυσίας, συνεχούς προσπάθειας και προσφοράς χωρίς όρια και προσμονή ανταπόδοσης είναι απόλυτα συνυφασμένα με το μητρικό ένστικτο.

Τίποτα δεν στέκεται ικανό να χαλαρώσει τη μητρική αγάπη, τη μητρική προσφορά ακόμα κι όταν αυτή η προσφορά συναντά την άρνηση  και την αποδοκιμασία ακόμη και στην περίπτωση της έχθρας  ή της απόρριψης.

Η αγάπη της μάνας είναι ένα πανέμορφο , μυρωμένο λουλούδι, που ανθεί κάτω και από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Όχι  μόνο σε πρόσφορο έδαφος, αλλά και στην  παγωνιά και το κρύο, σε άνυδρα τοπία, σε ερήμους αισθημάτων και ανθρωπιάς.

Ατενίζουμε με σεβασμό και βαθιά κατάνυξη, τη Θεοτόκο Μαρία να στέκει  γονατιστή μπροστά στον εσταυρωμένο μονογενή της, με μάτια πλημμυρισμένα δάκρυα, τον πόνο και τον σπαραγμό χαραγμένα στο πρόσωπό της, να ψιθυρίζει : «Ω γλυκύ μου έαρ…».

Θυμόμαστε με δέος τις Σουλιώτισσες μάνες, με τα νεογέννητα στην αγκαλιά τους , να τρέχουν  μετά το κούρσεμα του Σουλίου από τον Αλή Πασά και εκεί στην άκρη του γκρεμού στο Ζάλογγο, χορεύοντας και τραγουδώντας το «έχε γεια καημένε κόσμε , έχε γεια γλυκιά ζωή…», να προκρίνουν το θάνατο, για να αποφύγουν την ατίμωση και τη σκλαβιά.

Ανείπωτο θαυμασμό προκάλεσε στον  πρόσφατο ελληνοιταλικό  πόλεμο, το βροντερό παρόν της Ηπειρώτισσας μάνας.

Νύχτα και μέρα, κάτω από αντίξοες συνθήκες, αψηφώντας κινδύνους και κούραση, φορτωμένη πολεμοφόδια και τρόφιμα σκαρφάλωσε σε μονοπάτια και απάτητες κορφές για να προσεγγίσει τους ηρωικούς φαντάρους μας και να προσφέρει το μητρικό χάδι και την παρηγοριά, να τονώσει το ηθικό τους και να στηρίξει τον αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας.

Από τις σπουδαιότερους συγγραφείς στην παγκόσμια λογοτεχνία  ο Γάλλος ακαδημαϊκός Ζαν Ρισπέν,     τιμημένος με βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, αποτύπωσε με εύγλωττο τρόπο την καρδιά της μάνας:

Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι

Αγάπησε μίας μάγισσας την κόρη.

Δεν αγαπώ εγώ, του λέει παιδιά

Μα αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου

Της μάνας σου να φέρεις την καρδιά

Να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο γιος τη μάνα του σκοτώνει

Και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει

Και τρέχει να την πάει μα σκοντάφτει

Και πέφτει ο γιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο γιος και η καρδιά κυλάει

Και την ακούει  να κλαίει και να μιλάει

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:

«εκτύπησες αγόρι μου…» και κλαίει.

                                                                                    ΑΙΜΙΛΙΑ ΠΑΠΠΑ
                                   ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ,      ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ  2ΟΥ  ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΑΝAΡΓΥΡΩΝ

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

»Δόντια Πυκνά » της Νίκης Κόλλια

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαΐου 9, 2012

 

Mάνα , φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Δεν είχε σκοπό να πάει στον τάφο. Δεν ήταν άλλωστε συγγενής του. Την μάνα του την έχασε στα τέσσερα. Σαν όνειρο θυμόταν τη γιαγιά του να της πλένει την πλάκα, να της ανάβει το καντήλι και να τον μαλώνει άμα φιλούσε το μάρμαρο. Την έχασε Κυριακή με το που τέλειωνε η λειτουργία• γέμισε ο τόπος σκοτωμένους που είχανε πάει να κοινωνήσουν. Αλλά αυτός ήταν ο πόλεμος. Είχε πυκνά φρύδια και μάτια μικρού ελαφιού, μα πάνω απ’ όλα έβαζε εκείνο το τραγούδι της, που κατάπινε μπουκιά-μπουκιά από την κούνια «Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια/φωνή σαν τα’ αηδονιού/στόμα χελιδονιού», λες και είχε γραφτεί ειδικά για εκείνη και όλα τα καλά της.      

Ένα χρόνο μετά ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Και εκείνη, η δεύτερη, είχε πυκνά φρύδια. Αλλά ποτέ του δεν τα πρόσεξε. Ήταν που ερχόταν πάντα δεύτερη, σε όλα. Στον γάμο τους δεν ακούστηκαν τραγούδια. Φυλάγανε το πένθος ακόμη. Μόνο το πρώτο βράδυ, σαν έφυγαν τα σόγια και μείνανε οι τρεις τους, καθώς εκείνη τον άλλαζε για να τον βάλει για ύπνο, άρχισε να του τραγουδά «όταν αρχίζει και κλαίει/όλο τον Μάη λαλεί/και όλη την άνοιξη». «Είναι το τραγούδι της μάνας μου», της είπε, εκείνη κόμπιασε, «με συγχωρείς, δεν το ήθελα» μπόρεσε να του πει, σφούγγισε τα μάτια και δεν ξανατραγούδησε ποτέ αυτό το τραγούδι.      

Η φωτογραφία της μάνας του έμεινε στη σωστή της θέση, το σπίτι τους ήταν πρώτα σπίτι της, το κρεβάτι τους ήταν πρώτα δικό της και η δεύτερη έπρεπε πάντα να τα θυμάται. Μια μέρα θα φύγω από αυτό τον τόπο, της είπε ένα μεσημέρι στη μέση μιας ανηφόρας. Να πας όπου σε ευχαριστεί παιδάκι μου. Όλα είναι δικά σου, είπε εκείνη και αυτός ούρλιαξε μες τα μάτια της πως όλα ήταν της μάνας του και για αυτό όλα είναι δικά του. Με τη βαλίτσα του βρέθηκε μακριά, με την υπόσχεση να τα αφήσει όλα πίσω. Μεγάλη πόλη η Αθήνα, μεγαλύτερο το Λονδίνο και ύστερα το Παρίσι, πολύ μακριά.      

Το όνομα της γυναίκας που αγάπησε ήταν Άλκη. Όμορφα φρύδια, ίσως πολύ για ένα τόσο αγορίστικο όνομα. Της είπε ότι θα έφευγε για ένα διάστημα, αλλά θα επέστρεφε οπωσδήποτε. Σε λίγο και εκείνη θα άρχιζε να υπάρχει σαν μια ασταθής ανάμνηση και τελικά δεν θα υπήρχε καθόλου. Έτσι δεν γίνεται πάντα;      

Κάποτε γύρισε στον τόπο του μ’ ένα δάφνινο στεφάνι για τον τάφο της μάνας του και δώρα για την οικογένεια, μια ηλεκτρική κουζίνα και μια χύτρα ταχύτητας. Δυο μέρες άντεξε να κάτσει όλες και όλες. Θα φύγω αύριο, της είπε. Να φύγεις παιδάκι μου, ό,τι θες εσύ, του είπε εκείνη και έβαλε τα κλάματα. Πες μου το, τραγούδησε το μου όλο, για μια φορά, της ζήτησε λίγο πριν ξημερώσει. «Μια Κυριακή και μια καλήν ημέρα/ήρθε μα περιστέρα/μια καγκελοφρυδάτη/να μην την είχα δει/δεν θα χα ζουρλαθεί». Ως εκεί τα κατάφερε, ύστερα πνίγηκε η φωνή της.

Τραχιά η ιστορία μάνα, τραχιά και σκληρή με άβολη αλήθεια. Πασχίζω μάνα ακούς; Σε όλη μου τη ζωή πάσχιζα και πασχίζω μα ο χρόνος δεν περνά. Ένας καημός γδέρνει τον οισοφάγο μου και μπουκιά στα αλήθεια δεν μου κατεβαίνει• στο σπίτι μου, μάνα, απέναντι από το κρεβάτι μου υπάρχει ακόμη η φωτογραφία της πρώτης μου μάνας. Δικιά σου, καμιά. Τα παιδιά είναι σκληρά, πολλές φορές. Και μετά πετρώνουν ακόμη περισσότερο όταν γίνονται ενήλικες. Μικρός, βιαζόμουν να μεγαλώσω, μα τώρα που ψήλωσα και μέστωσα μες τα ορφανά ντουβάρια και τα ορφανά βράδια, αποζητώ μάνα τα χρόνια που ήμουν μια σταλιά. Ίσως και μια αγκαλιά.

Είμαι κούφιος μάνα, εδώ και χρόνια έχω φαγωθεί μέσα μου χωρίς να το πάρω είδηση. Αυτό που κουβαλάμε, αυτό είναι η ιστορία μας και γω θέλησα να μην την καταλαβαίνω. Και τώρα λίγο μετά τα εξήντα, πάντα σκεπτικός και πάντα σφιγμένος δεν μπορώ να την θυμηθώ. Μια ζωή προσπαθώντας να αφήσω τον χρόνο πίσω μου, αλλά αυτός πια περνά ανελέητος, δίχως κανείς να ενδιαφέρεται, χωρίς να με προσμένει κάποιος με λαχτάρα.

Ανοίγω το δερμάτινο σημειωματάριό του, με αστερίσκο προστέθηκε ο θάνατός σου. Με έναν τόσο δα μικρό αστερίσκο. Δεν σε πένθησα. Δεν σε τίμησα. Και δεν σε φώναξα ποτέ με το όνομά σου. Και ας ήσουν εσύ που μου ανακάτωνες τα μαλλιά, που καμάρωνες για την αξιοσύνη μου, που με μάλωνες μονάχα επειδή δεν άδειαζα το πιάτο μου και δεν χόρευα, εσύ που πίστευες πως όλα θα μπουν σε σειρά, πως θα τα καταφέρω.
Απλή, στιβαρή και αφτιασίδωτη.

Στη σημερινή λειτουργία υπήρχαν όλα και όλα εννέα άτομα. Τους παρατηρούσα καθώς σηκώνονταν, κάθονταν και γονάτιζαν και έκανα ό,τι και εκείνοι, αλλά δεν κατάφερα να ανταποκριθώ όπως αυτοί όταν ο παπάς απήγγειλε χωρία από τη λειτουργία. Πάντα η ίδια δυσλειτουργία, πάντα ο ίδιος απαίσιος εαυτός.      

Στρίβω στη Μάρκου Μουσούρου. Λίγο πριν το τέρμα της υπάρχει ένας γέρος σε ένα ξεχαρβαλωμένο κουρείο, τα μεσημέρια ψέλνει τραγούδια. Πες το απ’ την αρχή του λέω, όλο, σαν μνημόσυνο, για τη μάνα μου που πέθανε σαν σήμερα. Και εκείνος μέσα από τα σπλάχνα του αρχίζει να το τραγουδά  «Δόντια πυκνά και παραπονεμένα…»

Το διαβάσαμε:  στο protagon.gr της Νίκης Κόλλια

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=13452

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

Στον κανένα τόπο, στον κανένα καιρό

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Απρίλιος 23, 2012

 Ο Θανάσ’ Γκεσούλης τον αποχαιρέτισε προχθές. «Άντε γεια από μένα, τα υπόλοιπα αύριο». Έτσι. Όπως τον χαιρετούσε εδώ και ογδόντα χρόνια. Ο τελευταίος απ’ τους φίλους που μαζί μετρούσαν χρόνια και χρόνια τις ζωές τους στην «Ωραία Κληματαριά». Δυο λόγια, ένα τσιγαράκι, μια δηλωτή, δυο τσίπουρα, περνούσε η ώρα, ώσπου ανέβαινε η κούραση, τους έπιανε απ’ τα πόδια και «άντε τα υπόλοιπα αύριο».

Εκείνη η ξαφνική βροχή φταίει για όλα, σκέφτηκε ο Γιώργης βγαίνοντας, πέρασε από το μπακάλικο, πήρε μια μπουκάλα ΠΕΤΡΟΓΚΑΖ, την έδεσε σε μια τριχιά και άρχισε να τη σέρνει στις πλημμυρισμένες πέτρες της πλατείας. Κάπου στα μισά άνοιξε την ομπρέλα. «Μπάρμπα Γιώργο θα σου κάνει καμιά έκρηξη και θα ανατιναχθείς ολόκληρος», του φώναξε κάποιος από τα καφενεία, δεν τον ένοιαξε και συνέχισε τον κατήφορο για το κουρείο. Αυτό το κουρείο ήταν πια το μόνο στήριγμα της καρδιάς του. Εξήντα χρόνια κουρέας, έμαθε τα πάντα για την κομμωτική και τα κουτσομπολιά πάνω απ’ τα κεφάλια των συγχωριανών του. Θα άφηνε την μπουκάλα στο κουρείο, θα το ξεσκόνιζε λιγάκι, θα περνούσε να χαιρετήσει τον Θανάση και ύστερα θα τράβαγε για το σπίτι. Έβαλε τη μπουκάλα πίσω από το γκάζι, πήρε τη σκούπα, καθάρισε με άζαξ τον καθρέφτη, μια στιγμή σήκωσε το κεφάλι κατά την ταμπέλα «μην ομιλείτε εις τον κουρέαν», χαμογέλασε, ύστερα κλείδωσε βιαστικά, βγήκε στον δρόμο. Πάει και το Πάσχα, μονολόγησε. Ο Θανάσης τού είχε σταθεί καλύτερα από αδερφός. Τον μάζεψε, τον συμπόνεσε, του κράτησε παρέα όταν είχε ανάγκη. «Σιγά-σιγά θα συνηθίσεις» του ’λεγε και του ξανάλεγε και τον χτυπούσε για κουράγιο στην πλάτη. Πρώτη η Μαριάνθη, που, ίσως λόγω χρόνου, κάπως είχε απαλυνθεί μέσα του ο χαμός της. Αλλά τον θάνατο της κόρης του…

Κοιμήσου εσύ παιδάκι μου, κοιμήσου τώρα. Εμείς οι δυο απομείναμε σε τούτο το σπίτι, σε τούτο τον τόπο, κανένας άλλος, τίποτε δεν έμεινε εδώ. Έλεγε και ξανάλεγε και της χάιδευε το κεφάλι. Με ημιπληγία από τα δέκα την είχε στο κρεβάτι. Μια δωρεά για την εικόνα της Παναγίας με το θείο βρέφος στ’ αριστερά της ωραίας πύλης, μια δωρεά ο Άγιος Νεκτάριος, ολόσωμη τοιχογραφία, που αγαπά τα παιδιά και τα φροντίζει, μια δωρεά η καινούρια ζεστή μοκέτα στο σχολείο. «Σε ακούει και σε βλέπει ο Θεός Γιώργη μου και σε συμπονάει», του ’λεγε με ευχαρίστηση ο παπάς. Αλλά εκείνος δεν το ’κανε για συμπόνια. Μονάχα για παρέα το έκανε. Για να ’χει μια παρέα η Ελένη του, σαν έφευγε από τούτον τον τόπο.

Διάδρομοι τσιμεντένιοι, μνήματα μαρμάρινα με κόκκινα αυγά και πλαστικά λουλούδια. Είχε φτάσει. Πρώτα στην Ελένη. Πάμε πίσω παιδάκι μου, είπε και χάιδεψε την φωτογραφία. Με τα βαφτιστικά της σκουλαρίκια, ντυμένη στα άσπρα, μες τις κουκλίτσες και τα άλλα της παιχνίδια, όπως ήταν μικρή, έτσι την είχε αποχαιρετίσει. Μετά στη Μαριάνθη και ύστερα λίγο πιο πέρα, ανάσανε βαθιά και στάθηκε στον Θανάση. Μας πήρε ο διάβολος όλους μας, αναστέναξε. Ο τελευταίος μου άνθρωπος, πάει και αυτός.

Κάθισε σε μια πέτρα δίπλα στο ρέμα. Πίσω από τη μεγάλη καρυδιά ξεπρόβαλε το σπίτι του. Σπίτι της μοναξιάς είναι κι αυτό, μονάχα της δικής μου, συλλογίστηκε. Σπίτι στον κανένα τόπο, στον κανένα καιρό, εδώ που πεταμένος έχω φτάσει. Προσπάθησε να χαμογελάσει. Σήμερα ήταν πολύ λυπημένος, ολομόναχος και πολύ λυπημένος, διωγμένος και καταδιωγμένος. Από ποιον; Σήκωσε με δυσκολία τα μάτια, σπίτια, δέντρα και μνήματα και ανάμεσά τους και παντού μια τελειωτική ερημιά. Λες και γίνηκε ανύπαρκτος πια τούτος ο τόπος. Σα ξένος.

Δεν φταίει που με πειράζουν τα παιδιά και σκάνε δίπλα μου, σχεδόν μες το αυτί μου δυναμιτάκια. Μακάρι να ζούσε και η Ελένη μου και να έπαιζε μαζί τους. Ούτε που δεν ακούω καλά και από τα δυο αυτιά και χάνω τα νέα. Ούτε που δεν έρχεται κανείς πια στο κουρείο. Φταίει μονάχα που δεν υπάρχει κανείς πια να μου δώσει μια συμβουλή, μια οδηγία, μια παρηγοριά από αυτές που ξεγελάνε για λίγο, ίσα για να φυλαχτείς και να νικήσεις πρόσκαιρα τη γυμνή αλήθεια.

Δεν έχω να κάνω τίποτε εδώ πια, μονολόγησε. Τούτο το χωριό, τα σπίτια, η παλιά του προκοπή, οι γέροι άνθρωποί του, όλα και όλοι ξεριζώθηκαν και χάθηκαν για πάντα. Δεν είμαι πια μαζί με τους άλλους. Δεν είμαι πια απ’ αυτούς. Είμαι μόνος. Σα λίγο ή πολύ ξένος ανάμεσά τους. Άλλος κόσμος γίνηκε τούτος ο τόπος. Και ’γω σκορπισμένος μένω και τον κοιτώ. Και η παλιά μου κληρονομιά δεν βοηθάει σε τίποτα και η φαντασία για τ’ αύριο λείπει.

Η ξαφνική παγωνιά στο τέλος τούτου του Απρίλη φταίει για όλα. Αναστέναξε, μύρισε τον αέρα, έκλεισε τα μάτια. Πάντα του άρεσε το βρεγμένο χώμα.

Το πήρε απόφαση. Θα έγραφε το γράμμα.

Κύριοι, θα τους έλεγε, έμαθα πως παίρνετε ανθρώπους. Σας παρακαλώ, αν παίρνετε ακόμη, αν με θέλετε, να μου γράψετε τι χαρτιά χρειάζεσθε να τα φτιάξω. Και ακόμη να με πληροφορήσετε γρήγορα αν μπορώ να μεταναστεύσω. Γεννηθείς σε τούτο τον τόπο, ξεριζώθηκα εδώ και δεν τον θέλω άλλο. Εγγλέζικα δεν ομιλώ, ούτε και άλλη γλώσσα, αλλά δεν έχει σημασία. Ορφανός γονέων. Ορφανός συζύγου. Ορφανός θυγατέρας. Ορφανός φίλων. Η δουλειά που ξέρω είναι κουρέας. 60 χρόνια τώρα κουρεύω και καλλωπίζω κεφάλια και κεφάλια. Δεχθείτε με σας παρακαλώ. Όπου είναι δυνατόν. Πείτε μου προς τα πού, πότε και τι να πάρω μαζί. Δεν με νοιάζει ο τόπος, πάω παντού. Φθάνει να φύγω. Όσο για τις συστάσεις μου, δεν ξέρω αν έχετε έρθει καμιά φορά στα μέρη μου, αλλά αν ρωτήσετε όλοι με ξέρουν, ο μπάρμπα Γιώργης ο παλιός κουρέας, που χρόνια και χρόνια μοίραζε τη σύνταξή του με την ελπίδα να βρει η κόρη του μια παρέα, εκεί στα ξένα. Δεν έχω κανέναν να υπογράψει να φύγω, δεν θα σας δυσκολέψω, δεχθείτε με.

Υγ. Παρέλειψα να σας πω ότι επιθυμώ να μεταναστεύσω αεροπορικώς. Δεν έχω μπει ποτέ σε αεροπλάνο και το θέλω. Με το καράβι δεν έρχομαι, διότι φοβούμαι, το ταξίδι είναι μακρύ και ’γω δεν ξέρω κολύμπι. Έτερο ουδέν, μένω εδώ, σε τούτο τον τόπο, σε τούτο το σπίτι, σε τούτη την ερημιά ως την απάντησή σας, την οποία περιμένω με αγωνία, καθότι επείγομαι.

της  Νίκης Κόλλια

πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=14467

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

» Αυτές που γίναν ένα με τη γη » της Γεωργίας Σκοπούλη

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Μαρτίου 3, 2012

Ένα κείμενο από το βιβλίο της Γεωργίας Σκοπούλη   Τί τάθελα γώ τα κατσαρά μαλλιά !

Θερισμός Κ.Μπαλάφας

Αριάδνη, 90 χρονών. Λούρος, Πρέβεζα.

 Εμείς περάσαμαν κακή ζωή και το Κράτος δεν μας αποζημιώνει. Μας δίνει τριακόσια ευρώ. Τί να τα κάνομε; Δεν θέλεις να φας; να ντυθείς; Εμείς περάσαμαν κακή ζωή, αλλά τώρα που ήρθαν τα καλά να ζήσουμε και μεις λίγο καλύτερα, γεράσαμαν και δεν μπορούμε.

Ήμουν καί αγρότισσα καί γεωπόνος. Αμέσως καταλάβαινα με την πρώτη ματιά τι θέλει το δέντρο. Και λέω στα παιδιά μου, άμα σπούδαζα γεωπόνος θα γινόμουν. Είχα φυτέψει, μόνη μου, εκατόν πενήντα ελιές. Ήμουν παντρεμένη και είχα τα παιδιά μικρά τότε. Τώρα γίναν θερία κλαριά .

Γεννήθηκα το 1916 στο Πολύβρυσο. Είναι κάτω από το Ζάλογγο. Είχε τρεις-τέσσερις βρύσες και πολύ νερό, πολύ νερό. Εκεί πλέναμαν και τα ρούχα.

Ήμασταν εφτά αδέρφια, τέσσερα αρσενικά και τρεις κοπέλες. Και χήρεψε η μάνα νέα. Πόσο χρονών; Θα σε γελάσω, δεν ξέρω. Εγώ ήμουν η τελευταία. Έξι μηνών τότε.

Ο πατέρας σκοτώθηκε μόνος του, κατά λάθος. Ήταν χειμώνας, του Αγίου Αθανασίου, και πήγε να κόψει κλαριά για να φάνε τα βόδια που τα είχαμε για τ’ όργωμα. Ανέβηκε στο δέντρο, έκοψε το κλαρί και πέταξε κάτω το μαχαίρι, πού ήταν πολύ μεγάλο, ένα μέτρο περίπου, κι αυτό έπεσε όρθιο. Καθώς κατέβαινε από το δέντρο, γλίστρησε, γιατί ψιλόβρεχε και φόραγε κάτι γρουνοτσάρουχα αντί για παπούτσια, και καρφώθηκε πάνω στο μαχαίρι…

Πόσο σ’ ήθελα μωρ’ κοπέλα, νάρθεις να ιδείς την ιστορία μας και να την γράψεις! Πότε θάρθει αυτή η κοπέλα; έλεγα…

Στο σημείο που συνέβηκε αυτό ήταν ερημιά. Αλλά απ’ εκεί κοντά πέρναγαν δυο κοπέλες μ’ ένα μουλάρι, που είχε έναν κύπρο στο λαιμό. Ο πατέρας γνώρισε από το κουδούνισμα τίνος ήταν το μουλάρι και φώναξε: Ουρανία! Ουρανία! ελάτε δω. Αυτές φοβήθηκαν. Ο πατέρας το κατάλαβε και τους είπε: Είμαι ο μπάρμπα-Δημήτρης. Κίνησαν με το μουλάρι και τι να ιδούν! Το αίμα μούσκεψε τα χορτάρια κι αυτές άρχισαν να φωνάζουν. Κράταγε ακόμη ο πατέρας, και τους είπε να φέρουν το μουλάρι σιμά σε μια πέτρα για ν’ ανέβει. Προτού πεθάνω, έχω να σας πω ετούτο, είπε στα κορίτσια: Να πείτε στα παιδιά μου να μην έχουν μίσος με κανέναν. Μόνος μου σκοτώθηκα. Μετά ανέβηκε μόνος του στο μουλάρι. Δεν άφησε τα κορίτσια να τον βοηθήσουν. Πλημμύρισε το μουλάρι στο αίμα. Και τον παν στο σπίτι. Μόλις τον κατέβασαν πέθανε!

Ήμουν η μικρότερη, κι ο μεγάλος αδερφός μου δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος, και τον έλεγα πατέρα. Η μάνα μου ήταν φτωχιά και χήρα. Την σαρακοστή δεν με άρταινε, με κράταγε και μένα, δηλαδή δεν μου έδινε γάλα, τυρί, κρέας. Πέντε-έξι χρονών παιδάκι. Πήγα μια μέρα στα πρώτα μου ξαδέρφια και είδα να τρων γάλα. Α!

Διονύσω μάνα… της λέω όταν γύρισα. Τι θες παιδί μου; μου λέει. Γιατί μάνα ο Θωμάς με την τρων γάλα και μένα δεν μου δίνεις; Α, παιδί μου αυτά έχουν πατέρα και συ δεν έχεις. Δεν έχω εγώ τον Σήφη πατέρα; Δεν τον έχεις πατέρα, τον έχεις αδερφό. Πατέρα- πατέρα τον έχω! Κι όταν γύριζε από το στρατό με άδεια, πατέρα-πατέρα τον φώναζα. Μ’ έπαιρνε αγκαλιά και μου έλεγε: Αδερφό μ’ έχεις! Αμέσως μετά η μάνα με πήρε στην αμασκάλη της και με πήγε στον τάλαρο και μ’ άρτυσε, μούδωκε τυρί. Γιατί της κακοφάνηκε που της μίλησα έτσι.

Τελείωσα το Δημοτικό στο Πολύβρυσο. Ξέρω γράμματα, διαβάζω, τώρα δεν βλέπω, αλλά μπορώ να παίρνω τηλέφωνα. Φτωχικά, βέβαια, περνάγαμε. Η μάνα χωρίς άντρα, χωράφια δεν είχαν, έσπερναν εδώ κι εκεί, όπου νάναι.

Μόλις μεγάλωσαν τ’ αδέρφια μου τέσσερα αγόρια και τρεις κοπέλες, δουλεύαμε όλοι. Τότε γίναμε νοικοκυραίοι. Βγήκε το Κράτος και μας έδωσε χωράφια κοντά στο Λούρο. Στ’ αγόρια, όταν γύρισαν απ’ το στρατό, έδωσαν από σαρανταπέντε στρέμματα, επειδή υπηρέτησαν στο στρατό. Στις κοπέλες από δεκαπέντε στρέμματα, επειδή ήμασταν ορφανές, για να παντρευτούμε. Και δώδεκα στη μάνα για την συντήρησή της. Φτιάξαμε μεγάλο βιος, γίδια, πρόβατα, γελάδια, γομάρια, μουλάρια. Α! δουλεύαμε πολύ, αφού είχαμαν χωράφια βάναμαν απ’ όλα. Τι καλαμπόκια, τι στάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα, τα πάντα.

Πέρασα καλά, και σε γάμους και σε πανηγύρια πηγαίναμε. Όταν ήμουν στο σχολείο, του Αγίου Δημητρίου, πηγαίναμε στο Ζάλογγο, παίρναμε μαζί μας ψωμί, τυρί, αυγά… Εκεί στο Ζάλογγο είχε ωραίο μοναστήρι, με πεντακόσια γιδοπρόβατα, ήταν πλούσιο μοναστήρι, αλλά το κατέστρεψαν. Ποιος; Οι Τούρκοι; Ακριβώς δεν ξέρω να σου πώ, θα σε γελάσω ό,τι και να σου πώ. Μετά βάλαν τ’ αγάλματα με τις γυναίκες που γκρεμίστηκαν από κει για να μην τις πιάσουν οι Τούρκοι, τις Σουλιώτισσες.

Εκείνον τον καιρό οι κοπέλες δεν πήγαιναν πουθενά χωρίς τους γονείς τους. Έβλεπε τ’ αγόρι κι ανατρίχιαζε. Δεν σήκωνε μάτι, ούτε κι αυτός κοίταζε την κοπέλα. Άπαπαπα! Με τ’ αγόρια καμία σχέση. Μας σκότωναν τ’ αδέρφια. Τώρα; Μη ρωτάς, η σάρα και η μάρα… Κακιά και κείνη η ζωή, αλλά κακίτερη και τούτη. Για τις σχέσεις λέω…

Ήμουν παλιακιά κοπέλα, μ’ άρεγαν όμως και τα τραγούδια και οι χοροί και τα πανηγύρια. Διάολος με μάτια ήμουν. Αλλά και η φαντασία μου ήταν πάντα προς το καλύτερο. Είχα αργαλειό. Έφτιαξα μια προίκα από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι! Μαντανίες, φλοκάτες, απλάδια, κουβέρτες χοντρές. Δεν είχαμαν καλοριφέρια και κρυώναμαν. Και τα ρούχα που φοράγαμαν ήταν μάλλινα, υφαντά και πλεχτά. Έπλεκα μπλούζες, ζακέτες, και κότελα –δηλαδή φούστες. Και κάπου-κάπου, Λαμπρή ή Χριστούγεννα θα ψωνίζαμε και κανένα φορεματάκι, όχι πολλά πράματα. Δεν ήταν τα καλούδια που έχουμε τώρα. Για καλά παπούτσια φοράγαμε τσαρούχια κόκκινα με φούντες μαύρες, μεταξωτές. Για βρακιά είχαμαν άσπρα πανιά και τα δέναμαν πίσω μπρος με λουρίδες. Και για την περίοδο βάζαμαν πανιά μικρά, ό,τι βρίσκαμαν. Για ψώνια πάϊναν τ’ αδέρφια ή η μάνα στην Πρέβεζα ή στην Άρτα. Με τα πόδια μέχρι το Λούρο, και από κει πέρναγε ένα παλιό αυτοκίνητο και τους έπαιρνε.

Εικοσιπέντε χρονών παντρεύτηκα. Από προξενιό. Ήταν απ’ την Κρανιά. Στο χωριό δεν υπήρχαν γαμπροί, γιατί και η μάνα και ο πατέρας ήταν από κει και το χωριό μικρό και όλοι ήμασταν συγγενείς. Όλα ήταν ξαδέρφια μου. Το προξενιό τόκανε ο μπάρμπας μου, αδερφός της μάνας μου. Ο Στέλιος, ο γαμπρός, ήταν πάρα πολύ ωραίος. Όταν εγώ τον είδα τρελάθηκα! Και τον ήξερα, ερχόταν στον μπάρμπα του, τακτικά.

Όταν θα γινόταν η δουλειά ήρθαν στο σπίτι με τον γαμπρό, δεκαπέντε άτομα. Μπήκαν μέσα, πήγα κι εγώ με το δίσκο, τους χαιρέτησα, τους κέρασα, και μετά από λίγο έφυγαν. Μετά εμείς κάναμαν ένα χαρτί που έλεγε πόση προίκα είχα: Δεκαπέντε στρέμματα, τριανταπέντε σφαχτά γίδια και πρόβατα, κομό, μπαούλα, σιφονιέρες, ταψιά, τηγάνια, κατσαρόλες, απλάδια, φλοκάτες, μαντανίες, στρώσες, ρούχα… Φτιάξαμε τη Νότα, έτσι λέγανε αυτό το χαρτί, και τη στείλαμε να την δουν. Αν τους αρέσει, η Νότα, η προίκα δηλαδή, εντάξει! όλα καλά. Αν όχι, τη γύριζαν πίσω. Έγινε η δουλειά και σ’ ένα χρόνο παντρευτήκαμαν. Ερχούταν και βλεπόμασταν. Όχι να έχουμε αλισβερίσια, όχι βόλτα, άπαπα… Στο σπίτι μόνο και νάναι κόσμος, ποτέ μόνοι! Δεν κοτάγαμαν εμείς να κάνουμε τίποτε, άπαπα…

Ο γάμος έγινε στην Κρανιά. Με όργανα. Πολύς κόσμος. Κι εγώ με άσπρο νυφικό και πέπλο, και παπούτσια καλά. Έραψα και δεύτερο φόρεμα και μαντό και παλτό. Α! τάχαμαν αυτά, τάχαμαν! Τα ψώνια τα κάναμαν στην Πρέβεζα.

Αν ήταν η εποχή που είναι τώρα, που γνωρίζονται τα παιδιά με τις κοπέλες, δεν πάϊνα εγώ στην Κρανιά! Τα πράγματα τάδα πολύ ανώμαλα. Από την πρώτη στιγμή που πήγα νύφη, καλά θάταν νάφευγα αμέσως! Όχι, δεν είχα πάει όταν ήμουν αρραβωνιασμένη, και δεν ήξερα πώς ήταν. Δεν μ’ άρεσε ο τόπος, το σπίτι. Δεν μ’ άρεσαν οι άνθρωποι. Βρήκα πεθερά, πεθερό, κουνιάδα δεκαπέντε χρονών. Μέναμε στο ίδιο σπίτι αλλά σε ξεχωριστό δωμάτιο. Εμείς ήμασταν πιό ευγενήδες, θάρχονταν ο φίλος θα ξέραμε πώς να του φερθούμε, πώς να τον περιποιηθούμε. Και πιό καλύτερη ήταν η ζωή μας. Όταν ήμουν αρραβωνιασμένη ήρθε η πεθερά στο σπίτι, ήταν κι αυτή απ’ το Πολύβρυσο, και μου είπε: Παιδί μου, μη κοιτάς τα κατσαρά μαλλιά του Στέλιου! Δεν ζεις εσύ στην Κρανιά. Εσύ είσαι καλομαθημένη. Αλλά πού ν’ ακούσω εγώ! Το Στέλιο να πάρω εγώ και ας είμαι σε μια καλύβα…

Αλλά “μετά έρχονται τα π’λιά”, που λέει και η παροιμία. Μετά έρχεται ο νους και καταλαβαίνεις. Λες καμιά φορά “παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο”. Και είναι και σωστό. Τι τάθελα εγώ τα κατσαρά μαλλιά; Eνώ δεν είχα τάλλα; Τους ανθρώπους, τα πανηγύρια, το καλό το φαγοπότι, τα ρούχα τα καλά; Ήμασταν αλλιώς, άλλη ζωή. Αυτά τα περίχωρα, από το ποτάμι και πέρα, δεν τάχαμε και σε τόσο υπόληψη, δεν είναι σαν και μάς. Εγώ όμως πήγα.

Λοιπόν, παντρεύτηκα τον Οκτώβριο. Τον Μάη καήκαμε. Ήταν ο πόλεμος. Ογδόντα σπίτια κάηκαν στην Κρανιά. Εδώ, απ’ το Λούρο, παραπονέθηκαν στους Γερμανούς ότι οι Κρανιώτες τους κλέβουν τα ζώα. Έρχονταν οι Γερμανοί και πέταγαν φωτοβολίδες. Ήρθε εντολή να φύγουμε. Θα σας κάψουν, κίνδυνος μεγάλος, είπαν. Μόνο νερό πήραμε και από ρούχα ό,τι είχαμε επάνω μας. Πριν φύγουμε, είχαμε φκιάξει καταφύγιο κάτω στο υπόγειο του σπιτιού μας. Είχαμε σκάψει, με την κουνιάδα μου, και κρύψαμε ένα δικό της κι ένα δικό μου μπαούλο με τα πιο καλά μας πράγματα. Όμως δεν τα σκεπάσαμε καλά. Δεν είχαμε πολύ χώμα, και κάηκαν κι αυτά όπως όλα τ’ άλλα: Λάδια, κρασιά, τυριά, τα πάντα. Και η προίκα ολόκληρη. Εμείς μέρα-νύχτα φεύγαμε όσο γινόταν πιο μακριά…

Σε πέντε μέρες, ένα βράδι, πήγε ο Στέλιος στο χωριό, είχαν φύγει οι Γερμανοί, τα βρήκε όλα καμένα. Βγαίνω κι εγώ με την συνυφάδα σε μια ραχούλα, κοιτάμε κάτω δεν φαινόταν κανένας. Ένα κι εμείς το παίρνουμε για κάτω. Πήγα και βρήκα το Στέλιο, έξω από το καμένο σπίτι. Καθόταν στεναχωρημένος, με τα μάτια κατακόκκινα. Κάθομαι δίπλα, του χαϊδεύω το κεφάλι και του λέω: Μη στεναχωριέσαι. Εμείς νάμαστε καλά και θα τα φκιάξουμε πάλι. Ούτε μούπε τίποτα, ούτε κι εγώ του είπα. Αυτός δεν μίλαγε καθόλου. Πάω στο καταφύγιο. Τι να δω! Μια λουρίδα μισοκαμένη από την καλύτερη μαντανία, που την κένταγα, στον αργαλειό, ένα ολόκληρο μήνα! Βάζω μια φωνή μέχρι τον ουρανό! Μαζεύτηκαν οι γυναίκες: Στέλαινα, Στέλαινα, μην κάνεις έτσι… Δεν θέλω κανέναν, έλεγα, μόνο τη μάνα και τ’ αδέρφια μου που τάφτιαχναν… Ο κόσμος έλεγε: Πώς δεν αυτοκτόνησε αυτή η γυναίκα! Τόση προίκα! Και νιόπαντρη! Μη το συζητάς, κοπέλα μου, πολύ βιο, πολύ βιο. Και δεν μας αποζημίωσαν ποτέ και για τίποτε…

Πέρασε ένας χρόνος και ήρθαμε στο Λούρο, να κάτσουμε δω. Ο Στέλιος ήταν ράφτης, νοίκιασε ένα μαγαζάκι κι έβαλε τη μηχανή μέσα. Βρήκαμε κι ένα παλιοσπιτάκι για να μείνουμε. Φτώχεια. Φτώχεια, σου λέω. Είχαν καεί τα πάντα. Να μην τα θυμάμαι αυτά. Δεν θέλω! Ο Στέλιος δούλευε στο μαγαζί κι όλες τις ευθύνες του σπιτιού τις ανέλαβα εγώ. Και ήμουν και γκαστρωμένη στην πρώτη κοπέλα! Μου πέθανε. Κορυφαία πλεμονία. Είχαμε γιατρό τότε εδώ, τον Λογοθέτη απ’ τα Λέλοβα, δεν μπόρεσε να την σώσει. Κρύωσε το μωρό, ερχόταν μουσαφίρηδες κι άφηναν την πόρτα ανοιχτή. Άντε εγώ να τους περιποιηθώ πέρα-δώθε, δεν έβαζα σημασία, αλλά και το σπίτι ήταν ένα παλιοκάλυβο με χίλιες τρύπες…

Δούλεψα σκληρά. Φύλαξα πρόβατα, κατσίκια, γουρούνια, κότες, και τί δεν φύλαξα! Πώς να μεγάλωνα τέσσερα παιδιά; Ευτυχώς τα ζώα ήταν κοντά στο σπίτι, είχα ένα καλύβι εκεί κοντά. Θέριζα, σκάλιζα, πήγαινα μια ώρα με τα πόδια και άλλη μία να γυρίσω. Όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά τ’ άφηνα μόνα τους, και είχε την έννοια κι ο Στέλιος. Αυτός δεν μάλαζε τίποτε στο σπίτι, ούτε μαγείρεμα ούτε τίποτε. Όλα μόνη μου. Εγώ είχα απ’ όλα: αγκινάρες, λάχανα, πατάτες, ντομάτες, κολοκύθια, τι ήθελε η καρδιά σου! Ήμουν πολύ άξια και πολύ έξυπνη γυναίκα και μ’ άρεγαν όλα. Ήθελα να τάχα όλα! Δεν μούλειπε τίποτε. Νερό στο σπίτι δεν είχαμε. Βάλε πόσο νερό έπρεπε να κουβαλάω από τα πηγάδια! Να πλύνω, να μαγειρέψω, να ξεσκατώσω τέσσερα παιδιά! Η πλάτη μου είχε πάθει μεγάλη ζημιά. Έπαθα και ξηρά πλευρίτη από το βάρος και από το νερό που χυνόταν απάνω μου κάθε μέρα. Τυραγνιστήκαμαν πολύ. Όλος ο κόσμος τυραγνίστηκε. Με τα λυχνάρια ήμασταν, φώτα δεν είχαμαν. Πηγαίναμαν για ξύλα στο βουνό και τα φορτώναμαν στο κορμί. Το ζαλίκι μέχρι κει πάνω! Άλλες φορές, πολλές γυναίκες μαζί κόβαμαν ξύλα με το τσεκούρι, στο παραλίβαδο απέναντι από το Λούρο, για το τζάκι, και το μαγείρεμα. Αυτά τα φορτώναμε στα τρακτέρ και πληρώναμε για την μεταφορά.

Τα παιδιά μου τα μεγάλωσα καλά, ποτέ δεν έμειναν νηστικά, ποτέ δεν ήταν βρώμικα και απεριποίητα. Μολογάει ο Λούρος για την καθαριότητά τους… Και μεγάλωσαν. Τα δυο σπούδασαν κιόλας και τα άλλα δύο έχουν καλές δουλειές. Και παρακαλάω νάναι αυτά καλά με τις οικογένειές τους. Εγώ γέρασα. Καλά είμαι, έρχονται τα βλέπω, και το χειμώνα πάω στην κόρη μου στα Γιάννενα.

Με τον άντρα, όχι! Δεν πέρασα καλά. Έτσι που τον έβλεπα, έμοιαζε σαν Άγιος. Δεν ήταν. Είχε ζήσει και στην Αθήνα, όπου έμαθε να ράβει, και στην Πρέβεζα. Ήταν πιο εξελιγμένος από μένα. Αλλά κι εγώ ήμουν πιο εξελιγμένη από τις άλλες γυναίκες. Στο Πολύβρυσο μ’ είχαν σαν την καλύτερη απ’ όλο το χωριό! Όμως δεν με λογάριαζε! Δεν συμφωνάγαμαν. Εγώ ήμουν πιο έξυπνη και του έλεγα έτσι κι έτσι, αυτός έλεγε όχι. Ήθελε να γίνεται το δικό του. Δεν λέω, λοξοκοίταγε κιόλας… Όμως δεν μ’ άφηνε να πάω πουθενά. Να μην με δει χτενισμένη και ωραία ντυμένη, όπως ήμουν από τη μάνα μου μαθημένη!. Μούφερνε τους μουσαφιραίους χωρίς να με

ειδοποιεί, για νάχω πιο συμμαζεμένο το σπίτι, να ντυθώ κι εγώ, να φτιαχτώ. Οι μουσαφιραίοι να φάνε θέλουν, δεν θέλουν να ιδούν, έλεγε.

Μια μέρα γένονταν ένας βλάχικος γάμος, σε καλύβια, λίγα ήταν τα σπίτια τότε δω. Και λέω: Δεν πάω κι εγώ να δω την νύφη; Πήγα την είδα και γρήγορα-γρήγορα γύρισα. Τον βρήκα στο σπίτι! Άλλες φορές αργούσε να γυρίσει. Αυτή τη μέρα και τι δεν άκουσα!

Πέρασα κακιά ζωή. Δεν είχα άντρα εγώ. Δεν μολογιούνται αυτά που πέρασα. Πάντα ήθελε να κάνει το δικό του. Δεν υπολόγισε από τι σπίτι με πήρε! Στο χορό έμπαινε μόνος του, εμένα δεν μ’ έπαιρνε. Απ’ όταν παντρεύτηκα δεν πήγα πουθενά, πουθενά. Όλο σπίτι και δουλειές, δουλειές. Μια ζωή δουλειές κι ευθύνες.

Δεν τα μαρτύραγα στ’ αδέρφια και στη μάνα. Ήμουν η μικρότερη και με είχαν στα όπα-όπα. Θα στεναχωριόταν πολύ. Τί μπόρεγα να κάνω; Τίποτα. Είχα τα παιδιά.

Εγώ δεν κοίταξα το μυαλό. Κοίταξα τα νιάτα, την ομορφιά. Τα κατσαρά μαλλιά…

Σχόλια:

Η Γεωργία Σκοπούλη γεννήθηκε το 1950 στην Πεδινή Ιωαννίνων όπου και ζει από το 1989. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία περισσότερο απο είκοσι χρόνια.Το βιβλίο της » Αυτές που γίναν ένα με τη γη» κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Δωδώνη.

Με τις 68 συμπρωταγωνίστριες της Γ.Σκοπούλη στο βιβλίο «Αυτές που γίναν ένα με τη γη» ταξιδέψαμε και εμείς μέσα από τις αφηγήσεις τους στο παρελθόν. Στο παρελθόν που ανασκαλεύτηκαν μνήμες, θυμηθήκαμε τις ιστορίες των δικών μας ανθρώπων. Μνήμες που τις κρύβαμε βαθιά μέσα μας γιατί όταν τις φέρναμε στο νου μας λύπη μας έφερναν για το πόσο δύσκολη ήταν η ζωή των γυναικών εκείνη την εποχή και για το πόσο υπέφεραν.

Με το ταξίδι αυτό, μάθαμε περισσότερες λεπτομέρειες μέσα από τις αυτοβιογραφίες των γυναικών, για τη θέση της γυναίκας, τις ασχολίες της, τους παιδεμούς μέσα από  τα ιστορικά γεγονότα της εποχής που τα μετατρέπουν σε προσωπικά τους ανθρώπινα δράματα.

Το βιβλίο της  Γ.Σκοπούλη περιλαμβάνει εξήντα οκτώ (68) λαϊκά αυτοβιογραφικά, «αφηγήσεις γυναικών της Ηπείρου» για ένα διάστημα μισού αιώνα περίπου. «Οι αφηγήσεις δόθηκαν από το 2004 έως το 2006 και περιέχουν μαρτυρίες για τον τρόπο που οι άνθρωποι γεννιόνταν, παντρεύονταν, τρέφονταν, πέθαιναν και ζούσαν τις δύσκολες μέρες της ειρήνης και του πολέμου.»

Επίσης άλλα  έργα της συγγραφέας είναι ‘μα πρέπει να έχεις κάτι να πεις» και «Ο Γιατρός»  από τις εκδόσεις Δωδώνη τα οποία η κυρία Σκοπούλη τα δώρισε στην βιβλιοθήκη του συλλόγου Ηπειρωτών Αγίων Αναργύρων και την ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την στήριξή της.

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

«Το Κοριτσάκι της Ηπείρου» της Νίκης Κόλλια

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Φεβρουαρίου 24, 2012

Φωτογραφία Κώστας Μπαλάφας

 

Πάντα φοβόμουν τους ανταριασμένους ουρανούς. Είναι εκείνοι οι ασήκωτοι ουρανοί που μαζεύουν όλα τα σύννεφα του κόσμου και καθώς η μουντάδα τους πλέκει τη μπόρα, ένας κακός αέρας χτυπά δυνατά τις απογευματινές καμπάνες, τα κλαριά των δέντρων δεν λένε να ησυχάσουν και τα γυμνά μου πόδια παγώνουν ολοένα και πιο πολύ.

Μια φορά γύρω στα δώδεκα, κάποια χαράματα πετάχτηκα από τον ύπνο μου και αναμαλλιασμένη, τραβώντας τα κορδόνια του νυχτικού μου, άρχισα να ουρλιάζω «μη με δώσετε στον ανταριασμένο ουρανό, μη με αφήσετε άλλη φορά στο δρόμο μονάχη».

Ήμουν έντεκα χρονών όταν ξεκίνησε το δρομολόγιο. «Να το στείλεις το κορίτσι στο γυμνάσιο. Η ζωή μπορεί να μας στέρησε από παράδες, όμως υπάρχουν και άλλα πράγματα πιότερης αξίας. Όλοι όσοι έχουμε παιδιά πρέπει να φροντίζουμε για την προκοπή τους και η πιο σίγουρη προκοπή είναι τα καλά γράμματα» είπε ο δάσκαλός μου στον πατέρα και εκείνος τον άκουσε, έγνεψε αργά το κεφάλι και με έστειλε στο μεγάλο χωριό.
Ποτέ δεν είχαμε πολλά με τον πατέρα, εκείνος ρώταγε μόνο πώς πάω στο σχολείο και τούτο έδειχνε να ‘ναι το μόνο που τον ενδιέφερε για μένα ύστερα από τις δουλειές, τις υποχρεώσεις και τα παιδιά του. Ήμουν η μεσαία μιας οικογένειας με δυο γιους στις άκρες. Με τον μεγάλο μου αδερφό, που έχασε τη μάνα του λίγο μετά τη γέννα, με κρατούσε κάτι πολύ πιο δυνατό από το αίσθημα του αίματος, κάτι που το είχε υφάνει σιωπηλά η δική μου μητέρα. Αυτή τον καταλάβαινε και ό,τι και αν γινόταν έπαιρνε πάντα το μέρος του, σα να πηγαινοερχόταν ανάμεσά τους ένα αεράκι γεμάτο τρυφερότητα περισσότερο από εκείνη μεταξύ μάνας και γιου. «Σε θέλω υπερήφανη και έντιμη» με δασκάλευε μονότονα η μάνα μου, δίχως να μου εξηγεί τι ήταν η τιμή και τι η περηφάνεια. Και εγώ δίχως να τολμώ να διαφωνήσω, έψαχνα μόνη μου να φανταστώ τις έννοιες ανάμεσα σε πουρνάρια, βρύσες, μυρωδιές βαριές και ακίνητες από λάσπη και ζώα που ανακατεύονταν και περίμεναν υπομονετικά να περάσουν τα κρύα.

Το δρόμο για το γυμνάσιο στο διπλανό χωριό τον έκανα τρεις φορές μες την εβδομάδα, πάντα με τα πόδια, με τα ίδια παπούτσια, με το ίδιο παλτό για έξι μήνες κάτω-απάνω. Είχαμε νοικιάσει τέσσερα κορίτσια ένα μικρό δωμάτιο, εκεί τρώγαμε, εκεί διαβάζαμε, όλα εκεί μέσα και όλα μόνες. Στο δρόμο πάντα μέτραγα βήματα, αποστάσεις, στην κουφάλα ενός πουρναριού πριν τη στροφή για το μύλο πετούσα τους κρόκους από τα βραστά αυγά που έπαιρνα κάθε δεκαπέντε, να το πρώτο σημάδι, και ύστερα το επόμενο, να το φθάσω, να το περάσω, να πάω παρακάτω. Στα 1500 βήματα έβρισκα αριστερά μου τη βρύση του Γκόγκου, σε τούτη τη βρύση του Αϊ-Γιώργη οι τσέλιγκες σταματούσαν το ταξίδι τους από τα νότια για να ξαποστάσουν και να δροσίσουν τα γίδια τους και μαζί τους τούτοι οι άνδρες με τα μάτια αυλάκια έφερναν το καλοκαίρι.

Αλλά σε κάθε αντάρα, από του Άι–Δημητριάτη και ύστερα, ζοριζόμουν, να μην αρκεί η δύναμη στα πόδια, να καίνε οι πατούσες από το κρύο, οι ανηφόρες ατελείωτες, οι αντοχές να πέφτουν, δεν ήθελα όμως να το βάλω κάτω, πείσμωνα και με σφιγμένα δόντια προχωρούσα λιγάκι ακόμη, καθώς το κρύο πάγωνε τα χείλη, κατάπινα και τίποτε δεν κατέβαινε παρακάτω από τα μισά του λαιμού, παντού νέκρα, ούτε ψυχή, ούτε ανθρώπινο, όλα εξαφανισμένα και μονάχα μια παγωνιά να μου πονά ευθεία την καρδιά.

Ένα απομεσήμερο, θα ‘ταν Νοέμβρης θαρρώ, καθώς έπεφτε η αντάρα, στα μισά του δάσους έπεσα πάνω σε έναν κουλουριασμένο μαύρο μπόγο. Μια γυναίκα μοιρολογούσε δίπλα σε ένα βουναλάκι χώμα, στην άκρη υπήρχε ένας ξύλινος σταυρός και δίπλα αφημένα ανθάκια από τσάι. Τι άλλο λουλούδι να φέρεις εδώ πάνω με τέτοιο καιρό στο νεκρό σου; Μια χειροβομβίδα ξεχασμένη από τον πόλεμο έκανε κομμάτια το μικρό της γιο, εκεί που φύλαγε τα πρόβατα, την πήρε το παιδί να παίξει και ανατινάχτηκε. Και ύστερα τούτη η μάνα τον μάζεψε ένα-ένα κομμάτι στην ποδιά της και τον έθαψε εδώ, κάτω από τα φυλλώματα που αντίκρισε το παιδάκι της για τελευταία φορά. Και καθώς την πλησίασα, με μάτια κάρβουνα από το κλάμα μου είπε «Να είσαι τυχερή στη ζωή και να μην ξεχάσεις».

Πολλά δεν κατάλαβα τότε και πολλά θέλησα να ξεχάσω. Μια μέρα θα φύγω από τούτο το χωριό, είπα. Θα κατέβω σε μια πολιτεία όπου τα φώτα δεν θα σβήνουν από τη βροχή και τον αέρα και θα μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου να μη φοβάται άλλο τις αντάρες. Και με τη βαλίτσα μου βρέθηκα μακριά, με την υπόσχεση πως κάποτε θα επιστρέψω, με την ευθύνη για αυτούς που άφηνα πίσω, με την απόφαση να μάθω περισσότερα, να φτιάξω όλα όσα στερήθηκα.

Ανήκω στους ανθρώπους μιας γενιάς που είπαν πως η μόρφωση, η καλλιέργεια, ένα σταθερό επάγγελμα και η οικογένεια είναι η ευτυχία. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα, ούτε αν η δική μου κόρη θα αναχωρήσει για κάπου αλλού, όπως έκανα και εγώ.

Κρατώντας σφικτά πάνω μου αυτή τη φορά όχι την παλιά μου σάκα, αλλά όλους τους πόνους και τις ελπίδες, τα όνειρα και την προσδοκία για μια καλύτερη ζωή, τα μάτια μου ανοίγουν σε έναν άλλο ουρανό, γεμάτο από πρόσωπα: να η μάνα μου κρατά δυο τούφες από τα μαλλιά μου και τα πρώτα μου σκουλαρίκια, δίπλα ο πατέρας μου με ένα κομμένο στα δυο τσιγάρο ΑΣΣΟΣ και το ρόλοι της τσέπης να θέλει κούρδισμα και ύστερα ο αδερφός μου και τα βιβλία του και η μάνα με το γιο της τον Χαρίλαο από το χέρι δίπλα σε γελαστούς που σφυρίζουν στα πρόβατά τους και γυναίκες με μαντίλια που πλένουν μαντανίες σε νεροτριβές και ύστερα σκαλίζουν τους μικρούς τους κήπους και ύστερα κουβαλάνε κλαρί από το λόγγο. Ένας ατελειώτος ορίζοντας από μάτια και χέρια, όλοι εδώ και όλοι δίπλα μου, τόσο απλά και τόσο σύνθετα τα χρώματα, έτσι για να μη φοβάμαι πια την αντάρα, για να θυμάμαι πόσο τυχερή έχω υπάρξει στη ζωή.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ στο http://www.protagon.gr συγκινηθήκαμε και το αναδημοσιεύουμε.

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

»Οι σταυροί του νέου χρόνου» της Νίκης Κόλλια

Posted by ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ " Ο ΠΥΡΡΟΣ '' στο Φεβρουαρίου 23, 2012

Φωτογραφία Κώστας Μπαλάφας

Με το πρώτο φως του νέου χρόνου η γριά, όρθια από ώρα, έσυρε τις λαστιχένιες της παντόφλες ως το εικονοστάσι με τις εκατό εικονίτσες. Στα ογδόντα έξι της, χήρα εδώ και καιρό, καθόταν τις περισσότερες ώρες σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι, φυσούσε με δύναμη τα ξύλα για να ανάψουν και πήγαινε με τα πόδια ως το λόγγο για κλαρί. Το σπίτι της, τελευταίο στην άκρη του χωριού, έμενε το χειμώνα συχνά αποκλεισμένο, κάθε που έβρεχε και το ρέμα κατέβαζε νερά, κλαδιά και κοτρόνες πνίγοντας το παλιό καλντερίμι. Παντρεμένη από τα είκοσι σε τούτο το ανήλιαγο χωριό, τον τελευταίο καιρό έβγαινε όλο και συχνότερα στην άκρη του κήπου και αγνάντευε στο βάθος, φαντάζοντας το πατρικό της να ξεπροβάλλει μέσα από τις καστανιές. Όταν ήταν νέα φόρτωνε τον Χαρίλαο στην πλάτη, έπαιρνε και τα άλλα δυο μεγαλύτερα παιδιά και ξεκινούσε για το χωριό της, κοντά τρεις ώρες απόσταση με τα πόδια μέσα από το ποτάμι.

Έβαλε λάδι στο καντήλι, πήρε ένα κάρβουνο και δίχως τσιγκουνιές στο λιβάνι άναψε το θυμιατό. Με αργές κινήσεις έκανε το σταυρό της τρεις φορές και ύστερα απέμεινε ακίνητη με υγραμένα μάτια μπρος στους αγίους, κινώντας αργά τα χείλη, σα να τους ψιθυρίζει νανουρίσματα. Και όταν τελείωσε η κουβέντα μαζί τους, έκλεισε το εικονοστάσι, έβγαλε το θυμιατό στο περβάζι και έμεινε να χαζεύει έξω τον μολυβοφορτωμένο ουρανό.

Πίστευε στους αγίους και ζούσε χρόνια μαζί τους. Άλλοτε μονολογούσε σιωπηλά ψάχνοντάς τους και άλλοτε άνοιγε συζήτηση σα να ‘ταν δίπλα της αόρατα παρόντες.

Πρώτος σταυρός τού νέου της χρόνου· για τον μικρό Χαρίλαο. Τον ανέσυρε από τη μνήμη της παιδάκι και ύστερα την έξανε επίμονα και τον ξαναέφτιαξε άνδρα μεγάλο. Εξήντα τρία θα γινόταν τούτο το Μάρτη, φθάνει να ζούσε. Χιόνιζε όλη την εβδομάδα ασταμάτητα, αλλά εκείνη την παραμονή πρωτοχρονιάς σταμάτησε και βγήκε ένας λαμπρός ήλιος που γυάλιζε το χιόνι και τα παγωμένα κλαδιά. Τον έστειλε να βγάλει τις γίδες, κουράστηκαν κλεισμένες τόσες μέρες και εκείνες βγήκαν χαρούμενες και άρχισαν μαζί με το παιδί να χοροπηδούν πάνω στο φρέσκο χιόνι. Ο μικρός έπαιξε ώρα πολλή, του άρεσε να φτιάχνει μπαλίτσες χιονιού και να τις πετά στα χιονισμένα κλαδιά και τα παράθυρα.

Κανένα σημάδι δεν φάνηκε στον ουρανό, στα γυμνά κλαδιά, στις πέτρινες όψεις των σπιτιών. Τίποτα ξεχωριστό στα ακροκέραμα και τα λούκια από τα μαντριά, στο μακρινό καμπαναριό της εκκλησίας, στις καμινάδες που άχνιζαν. Ίσως το μόνο αξιοπερίεργο ήταν ότι δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, αλλά κάλαντα δεν συνήθιζαν να λένε τα παιδιά και το χωριό ήταν αποδεκατισμένο· άλλοι με τους αντάρτες, άλλοι με τους χωροφύλακες και τη μεραρχία, μοιράστηκαν οι άνθρωποι, σκόρπησαν στα γύρω βουνά, κλειδαμπαρώθηκαν τα γυναικόπαιδα. Περασμένες δώδεκα και μια ασυνήθιστη ερημιά, μια σιωπή πέρα ως πέρα με τη θαμπή γκριζάδα τύλιγε όλο το χωριό. Και τότε ήταν που ακούστηκε ο κρότος. Τι να ‘ταν; Μια ώρα αργότερα ένας χωροφύλακας της είπε το νέο. Το παιδί σου κομματιάστηκε, βρήκε μια χειροβομβίδα σε μια κουφάλα –από τον πόλεμο, τους αντάρτες, τη μεραρχία, τι σημασία είχε σε ποιον ανήκε;- την πήρε να παίξει νομίζοντας πως είναι θησαυρός και εκείνη τον διέλυσε σε χίλια κομμάτια. Πήρε την καλή της ποδιά, εκείνη με τα παγώνια από τα προικιά της και βγήκε να μαζέψει το παιδάκι της. Εκείνη την πρωτοχρονιά, σωριασμένη αλλά ακόμη αγέρωχη, κρατούσε με τα δυο χέρια στην ποδιά της το παιδί και έσβηνε αργά μες την αθόρυβη οδύνη ανάμεσα στο νέο χρόνο και τη σιωπή.

Δεύτερος σταυρός του νέου της χρόνου· για τα αεροπλάνα. Για να πετούν γρήγορα και να προσγειώνονται σώα φέρνοντας κοντά της κάθε καλοκαίρι την εγγονή της. Να έρθεις μάνα, να δεις που θα σου αρέσει εδώ, δεν έχει σχέση με την Ελλάδα τούτο το μέρος, έλεγε και ξανάλεγε ο γιος της στο τηλέφωνο κάθε δεύτερη Κυριακή. Και αυτή δεν χόρταινε τα λόγια του, ήθελε να του πει πως μπορεί εκεί να είναι ωραία, αλλά πώς να αφήσει τις πατάτες της που φύτεψε στο πίσω κτήμα και τα σγουρά μαρούλια, που θέλουν διπλό σκάλισμα και πότισμα ελαφρύ και τη μικρή της γίδα που της χαλούσε τις νεραντζούλες και τις μαντζουράνες, αλλά την είχε για παρέα; Και ύστερα ήθελε να του πει για κάτι λουλουδάτα σεντόνια που αγόρασε προίκα στην εγγονή της, μα το τηλέφωνο πάντα γράφει και για αυτό το έκλεινε γρήγορα, προτού προφτάσει να τα πει.

Τρίτος σταυρός του νέου της χρόνου· για πρώτη φορά στη ζωή της, μονάχα για εκείνη. Για να της δίνουν δύναμη, Παναγία και άγιοι, και να αντέξει τα δύσκολα. Όχι, δεν φοβήθηκε που έμεινε ντυμένη στα μαύρα από τα έξι, ούτε που γνώρισε μέρες δύσκολες, πόλεμο και πένθη. Όλο αυτό το πράγμα είναι η ζωή και η ζωή είναι μια δοκιμασία. Δεν σου ζητώ τίποτε άλλο Παναγία μου, έλεγε εκείνο το πρωί του νέου χρόνου, μονάχα δύναμη για να τα βγάλω πέρα. Μάνα θα κατέβεις το χειμώνα μαζί μας στα Γιάννενα, πάει και τελείωσε, της είπε η κόρη της. Δεν μπορούμε να έχουμε και την έννοια σου, τα παιδιά έχουν φροντιστήρια και δεν γίνεται να έρθουμε αν πάθεις κάτι.

Πούλησαν τη γίδα, έκλεισαν το σπίτι και το μεσημέρι θα έρχονταν να την πάρουν. Με το μέτωπο ακουμπισμένο στο παγωμένο παράθυρο, τα ασημένια της μαλλιά να ξεπροβάλλουν μες από το μαύρο της μαντήλι, ένιωσε την καρδιά της να ψυχορραγεί, να χάνεται, να φεύγει. Κατέβηκε μέχρι το κατώι μέσα σε δάκρυα, αχ πόσο επιπόλαια είχε υποχωρήσει στην επιθυμία της κόρης της να πουλήσει τη γίδα. Έριξε μια τελευταία ματιά στους άδειους τοίχους. Δεν την πείραζε η μυρωδιά. Με αυτή είχε μεγαλώσει, πάνω σε αυτή είχε βρει άλλες, εδώ μέσα στην υγρασία ήταν όλη της η ζωή. Στάσου Θεέ μου εδώ μέσα με ανθόνερο, ψιθύριζε η γριά, μη με εγκαταλείπεις, εδώ είναι η ζωή μου. Ο πρώτος ήχος των λέξεων έφυγε σαν λυγμός μες από τα σπλάχνα της, βαρύς και στρογγυλεμένος ανέβηκε στα τοιχώματα του λαιμού της, αλλά δεν βγήκε παραέξω. Τόσο καιρό που ήταν μονάχη, φρόντιζε με αφοσίωση και αγάπη τούτη τη γίδα, την έβοσκε, την άρμεγε και της τραβούσε τα κουρελάκια σα μωρό και εκείνη τη συντρόφευε και την ευγνωμονούσε. Και ένιωθε ευτυχισμένη, σα βασίλισσα όλων των βουνών, εκεί δίπλα στο γέρικο μονοπάτι και τον παλιό ξεχαρβαλωμένο νερόμυλο.

Στριφογυρίζοντας το μαντηλάκι μες τις χούφτες της, που είχε ήδη γίνει κουρέλι, βουρκωμένη και πελιδνή πήρε μια απόφαση. Αν με αγαπάτε αφήστε με εδώ. Μην με πάρετε. Αυτό θα τους έλεγε, αυτό θα τους ζητούσε για τη νέα χρονιά, όταν τους έβλεπε μπρος της. Αφήστε με να πεθάνω εδώ.

Πέθανε ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ένας τσοπάνος βρήκε νεκρή τη νέα του γίδα και μετά την κηδεία, ζήτησε τα λεφτά του πίσω.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜE http://www.protagon.gr  συγκινηθήκαμε και αναδημοσιεύουμε.

Posted in Λογοτεχνία, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | Με ετικέτα: , , , | 1 Comment »

 
Αρέσει σε %d bloggers: